Φορολογική οργάνωση στην Κρήτη, τα πρώτα χρόνια της Οθωμανοκρατίας
Με την πτώση του Χάνδακα το 1669, η Κρήτη περιέρχεται στο σύνολο της στα χέρια των Οθωμανών και ξεκινάει μια μακρά περίοδος κατοχής, που θα λήξει σε πρώτη φάση με την απόδοση αυτονομίας το 1897 και έπειτα με την πολυπόθητη Ένωση της Κρήτης, την 1 Δεκεμβρίου 1913 με την Μητέρα Ελλάδα.
Πρώτο μέλημα των Οθωμανών, ήταν να εφαρμόσουν και στην Κρήτη το διοικητικό και φορολογικό σύστημα το οποίο εφήρμοσαν και στις υπόλοιπες υπόδουλες περιοχές καθώς οι ανάγκες της αυτοκρατορίας, η στρατοκρατία και οι συνεχείς επεκτατικοί πολέμοι απαιτούσαν την φορολογική αιμοδοσία από τις νέες περιοχές που κατακτούσαν κάθε φορά. Για να το επιτύχουν αυτό αμέσως μετά την κατάκτηση, οι Οθωμανοί προχώρησαν σε κτηματογράφηση και απογραφή των ικανών για φορολόγηση πληθυσμών, δημιουργώντας έτσι το Οθωμανικό κτηματολόγιο του 1670 και το πρώτο κανονιστικό φορολογικό διάταγμα το 1671. Το Οθωμανικό κτηματολόγιο, έχει πρόσφατα αναδημοσιευθεί και ψηφιοποιηθεί, από το οποίο αντλούμε σημαντικές πληροφορίες για τους πληθυσμούς, τις οικογένειες και τις ιδιοκτησίες της εποχής.
Το φορολογικό σύστημα που επέβαλαν οι Οθωμανοί, ήταν πολύπλοκο και επαχθές και σύμφωνα με τα στοιχεία το βαρύτερο σε σχέση με τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο. Οι βασικές του αρχές στηρίζονταν στα εξής:
Η Κρήτη διαιρέθηκε σε σαντζάκια, τύποις διαμερισμάτων, αρχικά σε τέσσερα και στην συνέχεια σε τρία, του Χάνδακα, του Ρεθύμνου και των Χανίων το καθένα από τα οποία διοικούνταν από Πασσά. Τα χωριά και τα ακίνητα κάθε σαντζακίου διαιρέθηκαν σε πέντε φορολογικές και ιδιοκτησιακές κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία, αφορούσε τις δημόσιες γαίες των Ενετών, οι οποίες παραχωρήθηκαν πλέον στο σουλτάνο και μετατράπηκαν σε σουλτανικά ή δημόσια κτήματα (χαβάσι χουμαγιούν). Η δεύτερη κατηγορία αφορούσε τα κτήματα τα οποία δόθηκαν σε ανώτερους Οθωμανούς αξιωματούχους,τους πασάδες, μπέηδες κλπ., που διακρίθηκαν στους ενετοκρητικούς πολέμους και ονομάζονταν τεμλίκια. Η τρίτη κατηγορία αφορούσε τα μικρότερα τιμάρια τα οποία παραχωρήθηκαν σε μικρότερους στρατιωτικούς αξιωματούχους οι οποίοι επιφορτίστηκαν με την εσωτερική ασφάλεια και τάξη και αυτά ονομάζονταν ζιαμέτια. Συνολικά τα στρατιωτικά αυτά φέουδα, ήταν 8 στον Χάνδακα, 4 στο Ρέθυμνο, και 5 στα Χανιά. Μια τέταρτη κατηγορία ήταν ακόμα μικρότερα τιμάρια, τα οποία ονομάζονταν μουκατάδες και δόθηκαν σε ιδιώτες Οθωμανούς, οι οποίοι υποχρεούνταν όμως να προσφέρουν συγκεκριμένες υπηρεσίες στο κράτος. Οι μουκατάδες ήταν συνολικά 1400 στο διαμέρισμα του Χάνδακα, 300 στο Ρέθυμνο και 800 στα Χανιά. Μια πέμπτη κατηγορία κτημάτων ήταν τα βακούφικα κτήματα και χωριά, των οποίων τα φορολογικά έσοδα προορίζονταν για την συντήρηση ιερών τέμενων, τζαμιών και άλλων κοινωφελών έργων.
Οι πρώην χριστιανοί ιδιοκτήτες, βρέθηκαν να υπάγονται πλέον στο καθεστώς των δουλοπάροικων, όπου για να καλλιεργήσουν την γη θα έπρεπε να πληρώνουν φόρο υποτέλειας, ενώ όσοι κατάφεραν να διατηρήσουν κάποια κομμάτια ιδιόκτητης γης θα έπρεπε να πληρώνουν toprak vergisi, δηλαδή φόρο έγγειας ιδιοκτησίας. Οι φόροι αυτοί ήταν κατ’ αποκοπή ετήσιοι και αφορούσαν όλα τα παραγόμενα από την γη, αγαθά.
Στην Κρήτη εν συγκρίσει με την υπόλοιπη υπόδουλη Ελλάδα που επικρατούσε ο φόρος της δεκάτης, ο μουκατάς αντιστοιχούσε στο 20% της παραγωγής γεγονός που φανερώνει την δυσβάσταχτη και ετεροβαρή φορολογική πρακτική των κατακτητών στο νησί. Επιπλέον οι εισπράκτορες υπολόγιζαν την παραγωγή πολύ πριν την συγκομιδή, υπερβάλλοντας στις εκτιμήσεις με αυτό τον τρόπο ενώ, με διάφορες σιωπηλές εισφορές και αυθαιρεσίες αποστράγγιζαν και το τελευταίο σπυρί εισοδήματος ή ρευστού που μπορεί να είχαν στην κατοχή τους οι χριστιανοί.
Μετά το 1720, τα πράγματα χειροτέρευσαν καθώς ο φορολογικός νόμος άλλαξε και δημιουργήθηκε η πρακτική της εφ’ όρου ζωής μίσθωση των έγγειων φόρων, το οποίο ονομάστηκε «μαλικιανές» και οι ενοικιαστές των φόρων «μαλικιανέ αγασί».
Στην προφορική παράδοση των κρητικών ο φόρος έμεινε με τον όρο μουκατάς και μάλιστα η λαική μούσα σε πολλές περιπτώσεις τον έχει χρησιμοποιήσει: «οφέτος τον επάχτωσα τον μουκατά τσ’αγάπης..» λέει ο λαϊκός ριμαδόρος και άθελα του δηλώνει την εξέλιξη στην φορολογική διαχείριση του νησιού, που πραγματοποιήθηκε τους μετέπειτα χρόνους της οθωμανικής κατοχής, αφού η λέξη παχτώνω σημαίνει υπενοικιάζω. Η εξέλιξη αφορούσε λοιπόν την ισόβια μίσθωση των φόρων σε ιδιώτες και την προεξόφληση των φόρων στους δικαιούχους των φορολογικών εσόδων, γεγονός το οποίο δημιούργησε νέες κάστες εισοδηματιών. Οι νέοι αυτοί εισοδηματίες σε πολλές περιπτώσεις μετατρέπονταν σε δυνάστες και καταπιεστές των φτωχών καλλιεργητών, οι οποίοι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να εκμεταλλευτούν τον κόπο τους ώστε να οδηγηθούν πιο εύκολα στον πλουτισμό.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κρήτης, είχε επίσης οικονομικές υποχρεώσεις απέναντι στους Οθωμανούς οι οποίοι όμως εν τέλει βάραιναν τους ήδη επιβαρυμένους ώμους των υπόδουλων Ελλήνων. 66.000 άσπρα, εκμισθώνονταν η περιουσία της μητρόπολης Κρήτης, τα οποία εισπράττονταν από τον δεφτερδάρη (αρχιλογιστή) καθώς και 10. 000 άσπρα ετησίως ως δώρο στα αυτοκρατορικά ταμεία. Και τα δύο ποσά αυτά, για να συγκεντρωθούν επιβαλλόταν φόρος 12 άσπρων σε κάθε φορολογούμενο έγγαμο χριστιανό.
Πέραν όμως των εγγείων φόρων, ο γνωστότερος μόνιμος φόρος ήταν ο κεφαλικός φόρος ή τζιτζιγιέ όπως ονομαζόταν, ο φόρος υποτέλειας. Οι πρώτοι φορολογικοί κατάλογοι των Οθωμανών καταρτίστηκαν ήδη από το 1686 χωρίζοντας τους Κρητικούς σέ εύπορους, μεσαίους και άπορους με αντίστοιχη φορολόγηση σε κάθε μια από τις κατηγορίες αυτές. Με διάφορες παραλλαγές και επικαιροποιήσεις ο φόρος αυτός καταργήθηκε οριστικά μόνο το 1878 με την Σύμβαση της Χαλέπας.
Οι αυθαιρεσίες, η καταπίεση και η εκμετάλλευση αλλά κυρίως οι βιαιοπραγίες και οι ωμότητες των Οθωμανών οδήγησαν από πολύ νωρίς σε ομαδικές ή ατομικές αντιδράσεις των χριστιανών προς τους Διοικητές, αρχικά άοπλα και εγγράφως, όπως η περίπτωση του ιερέα στο χωριό Μέρωνας Αμαρίου Παπά-Πέτρου το 1684. Οι ανώτατες αρχές των Τούρκων από την Υψηλή Πύλη, έως τους Γενικούς Διοικητές των σαντζακίων, σε πολλές περιπτώσεις εξαντλούσαν την αυστηρότητα τους απέναντι στους καταχραστές χωρίς όμως να καταφέρουν να ανασχεθεί το κύμα της εκμετάλλευσης. Έχουν επίσης καταγραφεί σημαντικές ομαδικές συγκεντρώσεις και αντιδράσεις, στο Αμάρι Ρεθύμνης, στον Μαρουλά Ρεθύμνου, στο Σμάρι Πεδιάδος και σε πολλές άλλες περιοχές σε όλη την Κρήτη, πριν οι Κρητικοί αποφασίσουν να πάρουν τα άρματα και να διεκδικήσουν την πολυπόθητη ελευθερία και ένωση με την Μητέρα Ελλάδα.
Το ζήτημα των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών στην προεπαναστατική Κρήτη, αποτελεί ένα μεγάλο ερευνητικό κενό το οποίο χρήζει περαιτέρω διερεύνησης.
Πηγές:
Θεοχάρης Δετοράκης, Κρήτη Ιστορία και πολιτισμός,
Αικατερινίδη Ευανθία, Σχέσεις Κρητικών και Οθωμανών πριν τις επαναστάσεις
Σταυρινίδης Ν., μεταφράσεις τούρκικων εγγράφων
Μπαλτά Ευαγγελία, Oguz Mustafa, Το οθωμανικό κτηματολόγιο
*Ο Χαράλαμπος Αγγελάκης είναι οικονομολόγος, εκπαιδευτικός και τελειόφοιτος του ΠΜΣ Ιστορικής Έρευνας και διδακτικής του Ιόνιου Πανεπιστημίου.
*Σημείωση: Οι απόψεις των αρθρογράφων αποτελούν προσωπικές θέσεις και δεν αποτελούν τυχόν θέσεις του newshub.gr
-
14 Απριλιου 2026, 16:00Ηράκλειο: Καταγγελίες εργαζομένων καθαριότητας για «πειραματισμούς» και σοβαρές ελλείψεις προσωπικού -
15 Απριλιου 2026, 11:10Βολές στο κέντρο... της Τετάρτης! -
15 Απριλιου 2026, 07:05Γιώργος Αϋφαντής: Ο πόλεμος στο Ιράν, ευκαιρία για τα κυριαρχικά μας δικαιώματα! Ο Τραμπ στρατηγικά χαμένος! (podcast) -
15 Απριλιου 2026, 15:42Ανθρωποκυνηγητό στην Κρήτη: Δραπέτης φυλακών έκανε δύο επιθέσεις με μαχαίρι μέσα σε λίγη ώρα -
14 Απριλιου 2026, 15:28Καιρός: Αφρικανική σκόνη από σήμερα και στην Κρήτη – Έρχονται λασποβροχές και υψηλές θερμοκρασίες, αναλυτική πρόγνωση -
15 Απριλιου 2026, 08:50Λειψυδρία – Κρήτη: «Ανάσα» από τις βροχοπτώσεις αλλά το ζητούμενο είναι οι μόνιμες λύσεις
