Τση γρας τα τυριά
Στο κέντρο της Κρήτης και σε μικρή απόσταση από τον κεντρικό δρόμο που διασχίζει το νομό Ηρακλείου συνδέοντας τα βόρεια με τα νότια παράλιά της, βρίσκονται μερικές περίεργες καρστικές μορφές που από τα πολύ παλιά χρόνια εντυπωσίαζαν τόσο τους κατοίκους της περιοχής, όσο και τους διερχόμενους από το μέρος, που ήταν πολυάριθμοι, καθώς συνέδεε την εκάστοτε «πρωτεύουσα» του νησιού με την τροφοδόχο πεδιάδα της Μεσαράς.
Πρόκειται για μεγάλα βράχια που με την πρώτη ματιά δίνουν την εντύπωση ότι έχουν δεχθεί ανθρώπινη επεξεργασία.
Βρίσκονται σκόρπια μέσα στ’ αμπέλια και τις ελιές και εντυπωσιάζουν με τον όγκο, το σχήμα, το χρώμα και τη θέση τους.
Το παράξενο αυτό γεωλογικό φαινόμενο και κατ’ επέκταση η τοποθεσία ονομάζονται «Τση γρας τα τυριά» και τα βλέπουμε βόρεια της Αγίας Βαρβάρας, εντός της κτηματικής περιφέρειας του Πρινιά, στα όρια των επαρχιών Τεμένους, Μαλεβιζίου και Μονοφατσίου.
Η εντύπωση που προκαλούσαν πάντοτε στους απλούς ανθρώπους που κατοικούσαν ή διέρχονταν από την περιοχή φαίνεται καθαρά στον όμορφο θρύλο με τον οποίο προσπάθησαν να ερμηνεύσουν τους περίεργους αυτούς γεωλογικούς σχηματισμούς, για τον οποίο (θρύλο) υπάρχουν διάφορες παραλλαγές, που έχουν όλες τα εξής κοινά στοιχεία:
Τα βράχια ήταν φαγώσιμα (άρτοι, πίτες, τυριά) την εποχή που υπήρχε μεγάλη φτώχεια και πείνα.
Ιδιοκτήτριά τους ήταν μια γριά η οποία ήταν κακή, τσιγκούνα, εγωίστρια και το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να επιδεικνύει τα υπάρχοντά της στον φτωχό και πεινασμένο κόσμο. Γι’ αυτό τιμωρήθηκε και τα υπάρχοντά της έγιναν τα παράξενα βράχια που βλέπουμε μέχρι σήμερα παρατεταγμένα στην άκρη του δρόμου για να θυμίζουν σ’ όλους το πάθημα της κακιάς γριάς.
Στην Αυγενική –ένα χωριό που βρίσκεται λίγο βορειότερα– λένε πως δεν ήτονε τυριά αλλά άρτοι. Μια γριά είχε τάσιμο να πάει μια αρτοπλασία στο εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονα που βρίσκεται στην «Πατέλα» του Πρινιά και είναι πολύ θαυματουργό. Η έγνοια τση γρας ολοχρονίς ήτονε μία: πώς να κάμει μεγάλους άρτους να τσι πάει στο πανηγύρι και όλος ο κόσμος να τα δει και να τσ ’ποθαμάξει. Ετσά ήβαλε ομπρός και κατάστεσε τέθοιους άρτους που όμοιοί τως ούτε υπήρξανε ούτε θα ξαναϋπάρξουνε. Στις 27 του Δευτερούλη που γιορτάζει το εκκλησάκι σηκώθηκε πρωί – πρωί, πήρε στην πλάτη της τους άρτους και ξεκίνησε. Σ’ όλη τη διαδρομή ήλεγε συντουνούς της:
«Αυτοί είναι άρτοι! Όϊ, τα βρωμοαρτουλάκια που κάνουνε οι κακομοίρηδες οι άλλοι. Ήντα τα θένε τα τασίματα αφού δεν είναι σαν εμένα νοικοκύρηδες και άξιοι. Εδά που θα φτάξω θα με δούνε όλοι και θα ’ποχασκώσουνε».
Όμως ο Άγιος παρεξήγησε, γιατί κατάλαβε πως δεν ήκαμε το τάσιμο η γριά για να τιμήσει τη χάρη του αλλά για να τιμηθεί η ίδια.
Ετσά όσο σίμωνε η γριά στο εκκλησάκι, τόσονα βαραίνανε οι άρτοι. Στο τέλος είχανε γίνει ασήκωτοι γιατί ο Άγιος τιμώρησε τη γριά και τους πέτρωσε. Η γριά μην αντέχοντας άλλο το βάρος ήφηκε κάτω τους άρτους, οι οποίοι κύλησαν στην πλαγιά και σταμάτησαν στη θέση που τους βλέπουμε μέχρι σήμερα πετρωμένους.
Στην Αγία Βαρβάρα, ένα χωριό λίγο νοτιότερα, αποκαλούν τα παράξενα αυτά βράχια «πιταρίδια».
Λένε, λοιπόν, κι εδώ, ότι ζούσε κάποτε μια πολύ πλούσια γριά η οποία ήψηνε πιταρίδια, αλλά ούτε τα ’τρωγε ούτε ήδινε άλλου αθρώπου να φάει, μονό τα ντάνιαζε στην άκρη του δρόμου για να περνούνε οι πεινασμένοι, να τα βλέπουνε και να ζηλεύουνε που δεν έχουνε τα δικά της πλούτη. Την εποχή αυτή πλούτη ελογαριάζανε τα φαώσιμα.
Πραγματικά περνούσανε οι φτωχοί, θωρούσανε σειραδιασμένα τα πιταρίδια και λέγανε τση γριάς:
-«Να παίξομε μια δακανιά;»
Μα η γριά δεν είχε τα πιταρίδια τση για φάωμα, αλλά για λήξη. Γι’ αυτό εμόλερνε το σκύλο και δάκανε τσι φτωχούς που λιμπίζουντονε το πράμα τση.
Ο Θεός όμως αυτά δεν τα δέχεται γι’ αυτό ήκαμε όλα τα πιταρίδια πέτρες.
Ακόμη και σήμερα, πολλοί αποκαλούν το μέρος αυτό «Στση γρας τα πιταρίδια»
Στο χωριό Πρινιάς, στην κτηματική περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα περίεργα βράχια, συναντούμε άλλη παραλλαγή του ίδιου θρύλου.
Εδώ λένε πως τα βράχια ήταν τυριά που παρασκεύαζε μια γριά, αλλά η γριά αυτή δεν ήταν όποια – όποια. Ήταν του Διγενή η μάνα. Ο Διγενής ήταν ο μεγαλύτερος κουραδάρης στην περιοχή. Τα ωζά του, που ήτανε χιλιάδες, κρατούσανε από τ’ Αργάθια σάμε την κορφή του Ψηλορείτη. Αλλά ο Θεός, που είναι δίκαιος, δεν κρίνει τους ανθρώπους από το κουράδι τους και γι’ αυτό ανεμάζωξε τον Διγενή μικρό, απάντρευτο και άκλερο. Δεν άφησε πίσω του άλλον άνθρωπο παρά μόνο τη μάνα του, μια γυναικαρίνα που σήκωνε δυο χτημάτων γομάρι, αλλά κακόσκωτη και τζίφρα. Δεν έδινε τ’ αγγέλου της νερό!
Όταν πέθανε ο Διγενής, δεν πούλησε το κουράδι του αλλά το υποστήριξε και το μεγάλωσε. Έβαλε πολλούς βοσκούς και γκαλονόμους και σε κάθε αρμεγιά δεν είχε άλλη έγνοια παρά το πώς θα κάμει μεγαλύτερο τυρί.
Έτσι κάθε μέρα έκλεβε από το μερίδιο των βοσκών και με χίλια τερτίπια προσπαθούσε να εξοικονομήσει γάλα για να ’ναι το καινούριο τυρί μεγαλύτερο από το προηγούμενο.
Ο Χριστός τα άκουγε όλα αυτά, αλλά δεν τα πίστευε. Αποφάσισε να έρθει ο ίδιος στον Πρινιά για να διαπιστώσει την αλήθεια.
Έτσι παρουσιάστηκε μια μέρα και λέει τση γριάς:
-«Βάλε μου μια κούπα γάλα»..
-«Όι», του λέει αυτή, «δε σου βάνω και ας είσαι ο Χριστός, γιατί θα μου λειφτεί και δε θα μου βγει το τυρί τοσονά μεγάλο που το θέλω».
-«Δώσε μου σκιάς» της ξαναλέει, πολύ παρακαλετά, ο Χριστός, «ένα κατσιχοιράκι, πράμα τυροζούλι, γή τολάιστο μια χαχαλιά μαλάκα».
-«Όι», του λέει αυτή, «δε σου δίνω, γιατί δε θα κάμω μεγάλαρο τυρί σήμερο. Να πας σε ένα άλλο, φτωχό μιτάτο που όπως – όπως κάνουνε σκάρτα τυράκια κι ετσά δε θα τως αποφανεί».
Ετότεσάς και ο Χριστός, που είναι η «Κορυφή της Υπομονής» έχασε την υπομονή του, και λέει το λόγο που ακούγεται μέχρι σήμερα:
-«Απ’ του δαιμόνου το μιτάτο, μουδέ τυρί, μουδέ μαλάκα!»
Ύστερα δίνει μια γλωτσά στη σίγλα και τη μπουμπουρίζει. Εκουλουμουντρούσανε τα τυριά, σφιγμένα και άσφιχτα, κι εκειά που σταματήσανε, εκειά πετρώσανε κιόλας.
Εδά περνά όλος ο κόσμος, τα περιεργάζεται και συλλογίζεται το πάθημα της κακής γριάς που μπορεί να ’βγαλε γιο λεβέντη και ξακουστό, αλλά την ίδια την ήκαψε το φουσάτο της. Τον τόπο εκείνο τον ονομάζουν οι Πρινιανοί:
«Στου Διγενή της Μάνας τα τυριά».
Στη σίγλα της γριάς εκτός από τον χουμά και τα τυριά, υπήρχε και βούτυρο. Εκεί που έπεσε το βούτυρο πέτρωσε σαν άμορφη μάζα που ήταν. Σήμερα ο συγκεκριμένος τόπος ακούγεται «Βώτυρος» και «Βώτυρος» γράφεται στα συμβόλαια και τα άλλα επίσημα χαρθιά που κάνουν οι Πρινιανοί και όσοι άλλοι έχουν περιουσία στα γυρωτρίγυρα.
Οι πέτρες που αποκαλούνται «τση γρας τα τυριά» είναι ένας εντυπωσιακός γεωλογικός σχηματισμός που έχει ηλικία πολλών εκατομμυρίων ετών
Πάντα εντυπωσίαζε τους ανθρώπους και από την αρχαία εποχή θα τις είχαν περιβάλλει με θρύλους και θα τους είχαν αποδώσει διάφορες ιδιότητες. Η ονομασία «Γρα – Γριά», που τις συνοδεύει, δεν είναι τυχαία.
Έχει επισημανθεί -και όχι άδικα- ότι στην Κρήτη διασώζονται δεκάδες τοπωνύμια που περιέχουν τις λέξεις «Γέρος» ή «Γριά». Όλα αυτά τα τοπωνύμια, χωρίς καμία εξαίρεση, ακούγονται σε τόπους με τεράστια αρχαιολογική σημασία στους οποίους είχε αναπτυχθεί τα προχριστιανικά χρόνια έντονη λατρευτική δραστηριότητα:
Για παράδειγμα ο δέτης που βρίσκεται δίπλα στο ανάκτορο της Φαιστού ονομάζεται «Γέρος Δέτης». Ο ποταμός που διασχίζει μεγάλο μέρος της Μεσαράς περνώντας δίπλα από τα μεγαλύτερα σεβάσματα όλων των εποχών ονομάζεται «Γέρος Ποταμός» ή «Γεροπόταμος».
Μια εύφορη έκταση στα άγονα, αλλά πάντοτε ιερά, Αστερούσια ονομάζεται «Γέρος Κάμπος». Όλα αυτά τα τοπωνύμια και πολλά άλλα παρόμοια θα μπορούσαν να έχουν προέλθει από παραφθορά των λέξεων Ιερός ή Ιερά (Ιερός Δέτης, Ιερός Ποταμός, Ιερός Κάμπος). Ό,τι δηλαδή συνέβη με τα κύρια ονόματα Ιερώνυμος, Ιεράσιμος και Ιεράπετρα που έγιναν Γερώνυμος, Γεράσιμος και Γεράπετρα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα που επιβεβαιώνει άμεσα την παραπάνω υπόθεση είναι το τοπωνύμιο «Γριά Μάντρα» ή «Μάντρα τση γρας» που ακούγεται στο χωριό Άγιος Θωμάς. Πρόκειται για σημαντικό αρχαιολογικό χώρο που περιβάλλεται από βράχια στα οποία είναι λαξευμένοι αρκετοί τάφοι των ελληνορωμαϊκών χρόνων. Γνωρίζοντας τα ταφικά έθιμα των αρχαίων προγόνων μας, μπορούμε να πούμε ότι ο χώρος αυτός είχε και λατρευτική σημασία (έχει ήδη επισημανθεί η λατρεία χθονίων θεοτήτων στην περιοχή).
Ο ιερός αυτός ταφικός περίβολος που θα ονομαζόταν «Ιερά Μάνδρα» έγινε τα μετέπειτα χρόνια «Γριά Μάντρα».
Ίσως κάτι ανάλογο να ίσχυε και για τις στρογγυλές πέτρες του Πρινιά. Η πρώτη λέξη «Γριά» πιθανόν να προέρχεται από παραφθορά της λέξης «Ιερά», η δε δεύτερη λέξη προήλθε προφανώς από το σχήμα και γι’ αυτό η παράδοση δεν κατέληξε ακόμη αν πρόκειται για άρτους, τυριά ή πιταρίδια.
Ας μην ξεχνάμε ότι πάνω ακριβώς από τα βράχια αυτά βρίσκεται η περίφημη «Πατέλα του Πρινιά» που αποτελούσε κατά την αρχαιότητα την ακρόπολη της αρχαίας πόλεως Ριζηνίας. Στη θέση αυτή έχει ανασκαφεί σειρά σπουδαίων και σπάνιων λατρευτικών τύμβων και ναών που χρονολογούνται από την Γεωμετρική – Αρχαϊκή εποχή.
Η λατρεία συνεχίζεται και σήμερα στο ίδιο αυτό μέρος, στο εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονος, που θεωρείται θαυματουργό και συγκεντρώνει πολύ κόσμο στη χάρη του.
Είδαμε εξάλλου ότι οι θρύλοι της περιοχής, που αναφέρθηκαν περιληπτικά παραπάνω, συνδέουν τις στρογγυλές πέτρες του Πρινιά με πρόσωπα θεία και ιερά όπως ο Σωτήρας Χριστός και ο Άγιος Παντελεήμονας. Το ίδιο ισχύει και για τον παρακάτω θρύλο, που αναφέρεται λίγο εκτενέστερα και συνδέει κι αυτός τα εν λόγω βράχια με τον Καιρό, τον Χρόνο και τους Μήνες, που είχαν στη συνείδηση εκείνων που τους δημιούργησαν θέση ανάλογη με αυτή των Αγίων.
Όπως όλοι οι περαστικοί από το μέρος αυτό προσπαθούσαν εντυπωσιασμένοι, από τα σχήματα των βράχων, να τους ερμηνεύσουν, έτσι και οι κάτοικοι των μακρινών Αστερουσίων –διότι και αυτοί πήγαιναν, έστω και μια φορά, στη ζωή τους στη Χώρα- δημιούργησαν τη δική τους εκδοχή που είναι χαρακτηριστική του τόπου και του τρόπου τους:
«Την εποχή που ζούσανε οι Σαραντάπηχοι στην Κρήτη κατοικούσε στον Πρινιά μια κακή γριά που ήτονε κι αυτή Σαραντάπηχια. Όλα της ήτονε μεγάλα: Μεγάλαρες χερούκλες, μεγάλαρες αυτάρες, μεγάλαρες αντόντες, μεγάλαρες ποδάρες, μεγάλαρο μιτάτο, μεγάλαρα χρειασίδια και μεγάλαρες τυράκλες.
Αν και ήτανε γριά είχε και μεγάλο κουράδι. Τα ωζά της κρατούσανε όλο τον Ψηλορείτη. Μοναχή της τα έβοσκε και μοναχή της τα τυροκομούσε. Ήτανε βέβαια και καλή μαστόρισσα και τα τυριά που έφτιαχνε δεν είχανε ταίρι. Το ένα καλύτερο και μεγαλύτερο από το άλλο. Όμως ήτανε πολύ κακή γυναίκα. Σύρμα εβλαστήμα γιατί δεν ήτανε με τίποτα ευχαριστημένη.
Έτσι βλαστημούσε τον Γενάρη γιατί έκανε κρυγιώτες, βλαστημούσε τον Αύγουστο γιατί έκανε κάψες, βλαστημούσε και τους Οκτωβριάδες γιατί δεν έκαναν ούτε κρυγιώτες, ούτε κάψες.
Οι μήνες βέβαια δεν τη συνοριζότανε και έκαναν τον καιρό τους ετσά που τους είχε κουρντισμένους ο χρόνος. Όμως ένας κακός μήνας, ο Φλεβάρης, είχε θυμώσει πάρα πολύ. Από την πρώτη μέρα που μπήκε δεν σταμάτησε η κακή γριά να τον βλαστημά. Εκείνο όμως που τον πείραζε περισσότερο ήταν ότι τον κορόιδευε και τον υποτιμούσε. Διότι κάθε πρωί έβγαινε στην πόρτα του μιτάτου, εξάνοιγε τον ουρανό και ντάκερνε:
«Το ίδιο σου κάνει βρωμοφλέβαρε. Καθόλου δε σε λογαριάζω. Ό,τι χιόνια και να ρίξεις, ό,τι νερά και να κάμεις, δεν μπορείς να με βλάψεις. Σε τόσες μέρες φεύγεις και φεύγει κι ο χειμώνας. Εγώ έχω τα ωζά μου, έχω τα τυριά μου, έχω τα βούτυρά μου, μα εσύ έχεις μόνο τριάντα μέρες, που κι αυτές θα ποκάμουνε».
Τέθοια έλεγε και έβαζε πούλους σταυρωτούς προς όλες τις κατευθύνσεις εκτός από νοτικά, γιατί φοβούντονε τον Τίμιο Σταυρό του Κοφίνου και δεν ήθελε να του δώσει κανένας.
Όμως προς όλες τις άλλες πλευρές επουλάριζε αβέρτα για να είναι σίγουρη πως όπου και να τρυπώξει ο Φλεβάρης θα τον πετύχει.
Ο Φλεβάρης έκανε υπομονή και έλεγε πως δε του στέκει να συνορίζεται μιας γριάς. Μάλιστα γελούσε με τα καμώματά της. Από μέσα του όμως ήτανε μπιρντί – μπιρντί.
Βέβαια τον καιρό του τον έκανε ετσά που ήτονε κι αυτός κουρντισμένος. Πότε χιόνια, πότε βροχές, πότε κρυγιώτες. Όμως δεν τα έκανε για να βλάψει τη γριά, αλλά γιατί έτσι έπρεπε να κάνει.
Η γριά όμως με το φουσάτο που είχε, θαρρούσε πως ό,τι γίνεται στον κόσμο γίνεται γι’ αυτήν. Γι’ αυτό όσο έβλεπε την κακοκαιρία λυσσούσε και βλαστημούσε μέχρι να βραχνιάσει.
Ετότες ο Φλεβάρης δεν είχε μόνο 28 ή 29 ημέρες που έχει τη δική μας εποχή. Είχε κι αυτός 30 ημέρες και τις ίδιες ακριβώς ημέρες είχε και ο αδελφός του ο Μάρτης. Στις τριάντα του λοιπόν ο Φλεβάρης έκανε μια κρυγιώτη πολλά δυνατή. Η γριά λύσσαξε, γιατί με τούτα και με κείνα δεν εξεμυτίζανε τα ωζά της να βοσκήσουνε και το γάλα που έβγαζαν δεν την ικανοποιούσε.
Όμως ήτονε η τελευταία μέρα του Φλεβάρη, και έπρεπε να κάμει κι αυτή ό,τι κάνουνε όλοι οι καλοί άνθρωποι. Να σταυροκοπηθεί δηλαδή και να πει:
-«Δόξα σοι ο Θεός που ήβγαλα σαξελίμικο και τούτο το χειμώνα».
Όμως αυτή βλαστημούσε και έλεγε τόσο κακά λόγια που ένας ιστάμενος άνθρωπος δεν μπορεί ούτε να τα γράψει. Όταν βράδιασε καλά, άνοιξε τις ποδάρες της και μ’ ένα σάλτο βρέθηκε στην «Πατέλα του Πρινιά» που είναι ψηλά και βγορίζει μεγάλο κομμάτι κόσμος.
Με όλη τη δύναμη της φωνής της άρχισε τις κατάρες και τις βλαστημιές:
-«Ήντα μπορείς να μου κάμεις μπλιό βρωμοφλέβαρε! Απόψε πας στο διάολο» και του είπε εφτά φορές, απάνω σ’ άλλη τον Μεγάλο Βλάστημο!
Ύστερα εσήκωσε ψηλά τις φουστάνες της, εκουκούβισε, και του ’καμε κατιτίς που ακούστηκε μέχρι τη Σητεία.
«Πάρε και τούτο! Μια που φεύγεις να σ’ αποχερίσω» και έσυρε το χάχαρο!
Ο Φλεβάρης δεν ενταγιάντησε άλλο. Εσκέφτηκε να πάρει εκδίκηση, όμως δεν είχε άλλο χρόνο. Πήγε και βρήκε τον αδελφό του το Μάρτη που ήταν στα πρόθυρα να βγει.
Έπεσε στα γόνατα και τον παρακάλεσε με όλη του την ψυχή να του δώσει μια μέρα δανεική για να μπορέσει να εκδικηθεί τη γριά.
Ο Μάρτης όμως δεν δεχόταν. Ένα ολόκληρο χρόνο περίμενε τη στιγμή για να βγει και τώρα ήθελε ο αδελφός του να τον ξαναμαντρίσει;
Όμως και του Φλεβάρη η υπομονή ήταν μεγάλη.
«Λυπήσου με», έλεγε του Μάρτη, «που έχω γίνει το περίγελος όλων των μηνών. Δεν είδες πάλι απόψε ήντα μου ’καμε η γριά; Δάνεισέ μου μιαν ημέρα για να την τιμωρήσω κι εγώ θα στη δώσω πίσω με τον τόκο. Από του χρόνου και σάμε να στέκει ο κόσμος θα σου δίνω δυο μέρες από τις δικιές μου».
Ετσά κατάφερε και σίβασε το Μάρτη και του δάνεισε μια μέρα.
Την άλλη μέρα σηκώθηκε η γριά πρωί – πρωί έτοιμη ν’ αρχίσει να βλαστημά το Μάρτη. Όμως την είχε πατήσει γιατί ήτανε ακόμη Φλεβάρης.
Αυτή την τελευταία και δανεική ημέρα ο Φλεβάρης έβαλε τα δυνατά του. Η κρυγιώτη που έριξε δεν είχε μερχαμέτι. Όλα παγώσανε. Ο αέρας ήταν τόσο δυνατός που εσήκωνε πέτρες, ξύλα χώματα, ωζά και τα ελάλιε σαν τα μυγόφτερα. Στο τέλος πήρε και τη σκεπή του μιτάτου της γριάς.
Η γριά που εθώριε την κοσμοχαλασά δεν είχε ντούζα ούτε να βλαστημήξει. Ολόγρη και παγωμένη, γιατί δεν εμπόρειε ούτε φωθιά ν’ ανάψει ετουρτούριζε στο αξεσκέπαστο μιτάτο. Ο αέρας και το χιόνι τη χτυπούσανε απ’ όλες τις πλευρές και ήτονε αποτζιτζικωμένη.
Τα λίγα αντόδια που είχε κοντεύανε να σπάσουνε από τους χτύπους.
Άλλη σωτηρία δεν είχε, γι’ αυτό μπουμπούρισε τη σίγλα και μπήκε από κάτω για να γλιτώσει σκιάς το κορμί της. Όταν εφκέρεσε τη σίγλα, τα τυριά και το βούτυρο που είχε μέσα χυθήκανε στο πλάι.
Το βούτυρο σταμάτησε πρώτο και πέτρωσε στον τόπο που ακούγεται μέχρι σήμερο «στο Βούτυρο», τα τυριά κουλουμουντρούσανε και κατεβήκανε πιο κάτω, εκεί που τα βλέπουμε ακόμη σήμερο πετρωμένα για να θυμίζουνε σε όλους το πάθημα της κακής γριάς.
Έτσι ο Φλεβάρης εκδικήθηκε τη γριά, αλλά ο ίδιος επόμεινε μισερός. Από τη χρονιά αυτή δεν θα ξανάχει ποτέ 30 ημέρες. Τήρησε την υπόσχεσή του και έδωσε και με το παραπάνω τη δανεική ημέρα που πήρε από το Μάρτη.
Τότε ακούστηκε για πρώτη φορά η παροιμία που λέγεται μέχρι σήμερα:
«Ο Φλεβάρης βάνει τη γριά στη σίγλα».
Ίσως επειδή ο μήνας αυτός είναι ο τελευταίος του χειμώνα δεν τον υπολογίζουν και πολύ οι άνθρωποι όταν κάνουν το πρόγραμμά τους. Ακόμη και σήμερα παρότι γνωρίζουν καλά το πάθημα της γριάς εξακολουθούν να τον υποτιμούν. Έτσι κάθε χρόνο το μήνα αυτό παθαίνουν τις μεγαλύτερες ταλαιπωρίες, καθώς έχουν ήδη εξαντληθεί οι προμήθειες σε τρόφιμα και ξύλα.
Μάλιστα και αυτό που σκαρφίστηκε η γριά, για να μπει δηλαδή κάτω από τη σίγλα και να γλιτώσει από το κρύο και τη βροχή έχει εφαρμοστεί πολλές φορές κυρίως στα ορεινά χωριά όπου υπάρχει τυροκομειό και κατ’ επέκταση σίγλες και χαλκώματα.
Τα δώματα έχουν ήδη ζουμοπιεί από τις βροχές του χειμώνα και έχουν ξεπλυθεί οι λεπίδες που εξασφάλιζαν κάποια στεγανότητα. Ακόμα και με μια σιγανή βροχή είναι αναπόφευκτο το σταλαϊτό. Μια πρόχειρη λύση για να μη βρέχονται, κυρίως τα μωροπαίδια ήταν να τα βάζουν κάτω από τα χαλκώματα.
Έτσι προσπάθησε ο απλός λαός να ερμηνεύσει τα βράχια του Πρινιά. Η σύγχρονη όμως επιστήμη έχει άλλη γνώμη.
Ισχυρίζεται, και μάλιστα χωρίς να σηκώνει, ως συνήθως, αντιρρήσεις, ότι τα βράχια αυτά ουδέποτε υπήρξαν άρτοι ή πιταρίδια ή τυριά. Είναι λέει «υπολείμματα διαβρώσεως ασβεστολιθικών πετρωμάτων που δημιουργήθηκαν την Πλειόκαινο περίοδο, πριν από δέκα εκατομμύρια χρόνια περίπου».
Για την ίδια τη γριά δεν λένε τίποτα παρόλο που ήταν του Διγενή η μάνα. Λένε μόνο πως όταν δημιουργήθηκαν τα βράχια αυτά δεν υπήρχαν ούτε γριές ούτε άλλοι άνθρωποι.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί η ιδιαίτερη σχέση των κατοίκων των Αστερουσίων με τον καιρό και τους μήνες, όπως προκύπτει και μέσα από τον παραπάνω ωραίο θρύλο τους.
Πρώτον ταυτίζουν τον καιρό με το χρόνο, τα καιρικά φαινόμενα με τους μήνες. Η έκφραση «πόσο καιρού» σημαίνει «πόσου χρόνου». Ενώ η ευχή «και του καιρού και για πάντα» που λέγεται ως πρόποση σημαίνει «και του χρόνου και για πάντα».
Έπειτα έχουν προσδώσει χαρακτηριστικά και ιδιότητες στους μήνες που θυμίζουν όντα εξωπραγματικά. Τους αντιλαμβάνονται σαν ξωτικά ή ακόμα και σαν αγίους.
Οργίζονται, χαίρονται, ζηλεύουν, εκδικούνται και επεμβαίνουν στη ζωή των ανθρώπων.
Χαρακτηριστική είναι και η στάση των ίδιων των ανθρώπων απέναντι στους μήνες. Δύο από τα πολλά παραδείγματα που θα μπορούσε να αναφερθούν είναι τα εξής:
Κάθε φορά που τελειώνει ένας μήνας, την ώρα που βασιλεύει για τελευταία φορά ο ήλιος του, βγαίνουν όλες οι γυναίκες στο κατώφλι, με αναμμένο το θυμιατό και λένε, ότι θυμιάζουν το μήνα που φεύγει.
Το ίδιο κάνουν και την επόμενη ημέρα την ώρα της ανατολής για το μήνα που έρχεται.
Παρόμοια ήταν η συμπεριφορά τους απέναντι και στα καιρικά φαινόμενα. Μια από τις τρεις θανάσιμες αμαρτίες είναι να δυσανασχετήσει κανείς, έστω και ασυναίσθητα, όταν βρέχει:
«Απού ’ πε πάλι βρέχει, ποτέ σωσμό δεν έχει».
Ενώ όταν χιονίσει, παρόλο που το χιόνι είναι ο μεγαλύτερος εχθρός εξαιτίας των νεογέννητων ωζών, άντρες και γυναίκες βγαίνουν το πρωί στην πόρτα και με ειλικρινή ευλάβεια παίρνουν στα χέρια τους λίγο χιόνι, και αφού κάνουν το σταυρό τους το ασπάζονται..
Όλα αυτά, ίσως είναι κατάλοιπα μιας άλλης εποχής, όταν ακόμη ο Χριστιανισμός δεν είχε κυριαρχήσει στη ζωή μας. Εξακολουθούν όμως και σήμερα να τα αποδέχονται οι κάτοικοι του τόπου μου και να τα εφαρμόζουν μολονότι γνωρίζουν ότι δεν κουμαντάρουν πλέον τη ζωή τους οι καιροί και οι χρόνοι αλλά…
«ο καιρούς και χρόνους εν τη ιδία εξουσία θέμενος».
(Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Κρητικό Πανόραμα», στην σειρά «Γράμματα από τα Καπετανιανά» τεύχος 12, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2005, σελ. 156-173)
*Σημείωση: Οι απόψεις των αρθρογράφων αποτελούν προσωπικές θέσεις και δεν αποτελούν τυχόν θέσεις του newshub.gr
-
14 Απριλιου 2026, 16:00Ηράκλειο: Καταγγελίες εργαζομένων καθαριότητας για «πειραματισμούς» και σοβαρές ελλείψεις προσωπικού -
15 Απριλιου 2026, 11:10Βολές στο κέντρο... της Τετάρτης! -
15 Απριλιου 2026, 07:05Γιώργος Αϋφαντής: Ο πόλεμος στο Ιράν, ευκαιρία για τα κυριαρχικά μας δικαιώματα! Ο Τραμπ στρατηγικά χαμένος! (podcast) -
15 Απριλιου 2026, 15:42Ανθρωποκυνηγητό στην Κρήτη: Δραπέτης φυλακών έκανε δύο επιθέσεις με μαχαίρι μέσα σε λίγη ώρα -
15 Απριλιου 2026, 08:50Λειψυδρία – Κρήτη: «Ανάσα» από τις βροχοπτώσεις αλλά το ζητούμενο είναι οι μόνιμες λύσεις -
14 Απριλιου 2026, 15:28Καιρός: Αφρικανική σκόνη από σήμερα και στην Κρήτη – Έρχονται λασποβροχές και υψηλές θερμοκρασίες, αναλυτική πρόγνωση
