Μνήμη Νικολάου Γ. Σταυρακάκη (Αεροπόρος)
αγαπημένα σου στη Google
Παππούδες δεν γνώρισα. Ο Βασιλογιώργης πέθανε σε βαθιά γεράματα, ήρεμα και ειρηνικά, πολλούς χρόνους πριν γεννηθώ. Ο Σκουλαδοκωνσταντής στον ανθό της νιότης του, λίγο έξω από την Πέργαμο, σε μια εκ των προτέρων χαμένη μάχη, ατύχημα τη χαρακτήρισε το Γενικό Επιτελείο Στρατού1 όπου χάθηκαν περισσότεροι από ογδόντα πέντε νέοι, ανάμεσά τους κι ο παππούς με τον μικρότερο αδερφό του, τον Γιώργη. Όσο κι αν η αντροσύνη τους περίσσευε δεν μπορούσε να νικήσει την τόση διοικητική ανεπάρκεια που τους οδήγησε σε μαρτυρικό θάνατο. Το …πήγαν άδικα των αδίκω…που έλεγε με πόνο η γιαγιά Κωνσταντούδαινα αξίζει περισσότερο από τις δεκάδες αναλύσεις των δήθεν ειδικών που βάφτισαν την ανικανότητα ατύχημα....
Έτσι δεν γνώρισα κανάκια στη ζεστή αγκαλιά των παππούδων…
Αλλά η ζωή έχει περίεργα γυρίσματα.
Οι πρώτες μου εικόνες από τη νηπιακή μνήμη, θα ’μουν δύο χρόνων, έκαναν καιρό να ξεθωριάσουν, αλλά και πάλι δεν είμαι σίγουρος αν είναι οι αυθεντικές ή επηρεάστηκαν από διηγήσεις και κυρίως από μια οικογενειακή φωτογραφία, αυτή που κάθομαι στα γόνατα του πατέρα…
Εικόνες με έντονες αντιθέσεις εναλλάσσονταν καθημερινά, με κυρίαρχη αυτήν της μάνας. Δεν είχε κλείσει τα τριάντα της όταν με γέννησε με τη βοήθεια της γιαγιάς Κωνσταντούδαινας, πανεύκολα όπως αργότερα άκουγα να λένε, παρόλο που ήμουν μεγαλωπό μωρό. Μικροκαμωμένη αλλά όμορφη γυναίκα, διατηρούσε τη λεπτή κορμοστασιά της παρά τις πέντε γέννες, λίγο μετά τα τριάντα πέντε θα ερχόταν και η έκτη…Θήλαζα από το πλούσιο στήθος μέχρι που έκλεισα τα δυο μου χρόνια, ενδιάμεσα η Αλεξάνδρα πήρε το δικό της μερίδιο. Χωμένος στον κόρφο της κοιτούσα τη γλυκιά της μορφή με τα καστανά μάτια και τα καστανόξανθα μαλλιά. Και δίπλα η Κωνσταντούδαινα, πριν κλείσει τα εξήντα της, μια κατάμαυρη, αεικίνητη φιγούρα, φύλακας άγγελος της μοναχοκόρης της.
Όταν αντίκρυσα για πρώτη φορά τον πατέρα μου, έτσι μου είπαν, τρόμαξα λίγο βλέποντας έναν πενηντάρη με γκρίζους κροτάφους, λίγο αξύριστο, λίγο άγριο, με διαπεραστικά καστανά μάτια, χώθηκα πιο πολύ στον κόρφο της μάνας. Μου έλεγαν αργότερα ότι πέρασαν πολλές μέρες και ανάλογες προσπάθειες για να με πάρει στην αγκαλιά του. Η σύγκριση με τη μάνα ήταν αναπόφευκτη, δεκαοχτώ χρόνια ήταν μεγαλύτερος, με το δίκιο μου σάστισα, για τα δεδομένα της εποχής μπορούσε να ήταν παππούς μου…
Τελικά ήμουν πολύ τυχερός, συνειδητοποιώντας με το πέρασμα των χρόνων πως είχα μαζί παππού και πατέρα στο πρόσωπο του Αεροπόρου, κι αυτό κράτησε μέχρι τα τέσσερα μου χρόνια. Μπέρδεμα ε;. Καθόλου, αν σας πω πως όταν γεννήθηκα η γιαγιά Κωνσταντούδαινα ήταν πενήντα έξι χρόνων και ο πατέρας-παππούς σαράντα εννέα.
Λοιπόν, σαν παππούς έλεγε ιστορίες και παραμύθια με τέτοιο τρόπο που κανείς άλλος δεν μπορούσε, το διαπίστωσα αργότερα. Γνώρισε τόσα πολλά στην πολυτάραχη ζωή του που καθώς τα διηγούνταν ένιωθα να φυτρώνουν φτερά στους ώμους μου, τέτοια κατάσταση. Η βαθιά ζεστή φωνή του, ο τρόπος που χρησιμοποιούσε τις λέξεις, τα καλολογικά στοιχεία της ανωγειανής ντοπιολαλιάς, οι παρομοιώσεις, οι παύσεις και ο χρωματισμός των νοημάτων σου έκοβαν την ανάσα. Ιστορίες δικές του, των προγόνων μέχρι τον Μίνωα και την Αριάδνη, του χωριού και των χωριανών, θρύλους του Διγενή στο βουλισμένο αλώνι, του Ερωτόκριτου με την Αρετούσα, της Βοσκοπούλας, τις δύσκολες μέρες της Κατοχής και τα ακόμη πιο δύσκολα χρόνια στη Χώρα. Η περιγραφή των τόπων που έζησε, πέρασε, πολέμησε, αγωνίστηκε ήταν τέτοια που καθώς διάβαινε τον Μάκρη ποταμό στον Πλατάνακα οδηγώντας τον Γερμανό στρατηγό στον Ψηλορείτη, ένοιωθα να μουσκεύουν τα πόδια μου. Τα βράδια το σπίτι γέμιζε από τους συγγενείς, τους γείτονες και τους φίλους, μικρούς και μεγάλους…Να ’ταν τρόπος να ακούγατε κάποιες από αυτές τις ιστορίες που μαγνητοφωνήθηκαν στη δύση της ζωής του. Εκείνα τα πρώτα χρόνια της ζωή μου τον έβλεπα περισσότερο σαν παππού.

Όπως οι περισσότεροι χωριανοί, ξεκίνησε τη ζωή του βοσκός στα όρη, στο μιτάτο των Βασιλιανών, ο θείος του ο Αλμπάνης γνωστός πολέμαρχος και νοικοκύρης από τους πρώτους που βγήκαν στη Νίδα. Και πριν κλείσει τα είκοσι βρέθηκε από την Πετρόκουρτα του Ψηλορείτη τεχνικός στα αεροπλάνα, τεράστιο άλμα, έγινε ο Αεροπόρος, εκεί πέρασε τις ατέλειωτες μέρες του Μεγάλου Πολέμου, έξι ολόκληρα χρόνια. Στα χρόνια του Μεσοπολέμου προσπαθούσε να πιάσει το νήμα της προηγούμενης ζωής, δύσκολη πια η προσαρμογή στην καθημερινότητα, η βοσκική τον πλαντούσε, απέραντος ο κάμπος της Νίδας αλλά δεν τον χωρούσε. Η ανάγκη να προσαρμοστεί και να νοικοκυρευτεί ήταν πιεστική, τα χρόνια περνούσαν, κοντά σαραντάριζε όταν απόκτησε το πρώτο παιδί, την Ειρήνη και πριν από το Δεύτερο Πόλεμο τον πρώτο γιο, τον έβγαλε Κώστα, το όνομα του αδικοχαμένου παππού, τιμή στη μνήμη του και στην Κωνσταντούδαινα. Δύσκολα χρόνια που δίνουν όμως ευκαιρία διάκρισης στη μικρή κοινωνία του χωριού. Έξυπνος καθώς ήταν πολλαπλασίασε τις γνώσεις του Σχολαρχείου με πολύ διάβασμα, μιλούσε σαν ρήτορας και έγραφε με ορθογραφία και καλλιγραφία. Εφόδια που του επέτρεψαν να διακριθεί και η κήρυξη του Πολέμου τον βρήκε Πρόεδρο της Κοινότητας Ανωγείων, θέση ευθύνης και πρόκριμα για ότι θα ακολουθούσε. Με άλλους χωριανούς ίδρυσαν την πρώτη αντιστασιακή ομάδα στην Κρήτη, την Αντάρτικη Οργάνωση Ανωγείων με αρχηγό τον Στεφανογιάννη και αναπληρωτή αρχηγό και Γενικό Γραμματέα τον Αεροπόρο. Ακολούθησαν μέρες δύσκολες, με αγώνες, επιτυχίες, αποτυχίες και απογοητεύσεις. Καθώς ήταν ενεργός πολίτης, πνεύμα ανήσυχο και ανυπότακτο, με κοινωνική ενσυναίσθηση δεν άργησε να έρθει σε ρήξη κυρίως με τους Άγγλους, μη αποδεχόμενος συμβιβασμούς και αποκλίσεις από τους στόχους …
Η παρουσία του πατέρα (παππού) στο σπίτι, αν εξαιρέσουμε τις ώρες ύπνου, ίσα που έφτανε στο 10% του δικού μου χρόνου, το υπόλοιπο γέμιζε από τα αδέρφια, τη γιαγιά και τη μάνα. Κι όμως αυτός ο λίγος χρόνος μαζί του έπαιρνε άλλες διαστάσεις. Όταν με κάθιζε στα γόνατά του ένοιωθα τόσο ασφαλής, καθώς χάιδευε τις ξανθές μου μπούκλες, τα κανάκια του λίγα αλλά τόσο απαραίτητα. Αναγνώριζα τα βήματα του καθώς πλησίαζε στο μικρό σπίτι στη Χώρα και έβγαινα στην αυλή να τον υποδεχτώ, ίσως και με κάποια ιδιοτέλεια, πάντα είχε κάτι να μου δώσει… Μοίραζε απλόχερα την αγάπη του. Αξέχαστη η μέρα που μου έφερε τα καφέ στιβανάκια από γνήσιο δέρμα με τις ζάρες, καλογυαλισμένα, όλη τη νύκτα τα κρατούσα αγκαλιά…
Αργότερα, θα ’μουν στην πρώτη γυμνασίου, κατάλαβα πόσο τυχερός ήμουν. Γιατί τα σαράντα εννιά χρόνια που μας χώριζαν εκμηδενίζονταν από τις πολλές αρετές του και κυρίως το ανοικτό μυαλό του. Εραστής της γνώσης, βοσκός με βιβλιοθήκη, γεγονός αξεπέραστο. Δεχόταν και υιοθετούσε τις νέες ιδέες, τα φιλελεύθερα ρεύματα της εποχής, πολιτικά και πολιτιστικά, στη δουλειά και στις κοινωνικές σχέσεις, φιλικός και ευγενικός, προσέτρεχε σε όσους είχαν ανάγκη, συνήθως με το ηθικό του ανάστημα, στα οικονομικά υστερούσε πολύ, άλλωστε ποτέ δεν υπήρξαν προτεραιότητα στη ζωή του.
Ακτήμων εγκατέλειψε τον κόσμο τούτο, ελεύθερος από τις σκοτούρες των υλικών αγαθών, είκοσι τετραγωνικά μέτρα είχε κληρονομήσει από τον παππού του, τον γέρο Βασιλάκη που είχε κτίσει και την εκκλησία στο νεκροταφείο της Αγίας Παρασκευής, δεν χρειαζόταν να αφήσει διαθήκες και συμβόλαια. Μόνο το καθαρό του μέτωπο. Πιστός θιασώτης της απλής αλλά πολύ σημαντικής πίστης της γενιάς του, πολύπαθης και γι’ αυτό πάνσοφης, εκφραζόταν, πώς αλλιώς, με μαντινάδα-ορόσημο
Τα πλούτη πάνε κι έρχονται, η νιότη πανταλεύγει
Μόνο η δόξα κι η τιμή στον κόσμο βασιλεύγει
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του γνώρισμα ήταν η χρησιμοποίηση της πειθούς και όχι της επιβολής της γνώμης του, σε όλες τις δραστηριότητες, στα κοινά, στη δουλειά, στην οικογένεια. Και όταν δεν κατάφερνε να μας πείσει με τα επιχειρήματα του, κατέληγε με τον αγαπημένο του λόγο: εγώ γιε μου σου λέω να κάνεις χίλια πρόβατα, σα δε θές τρίχα μην αποτάξεις…Η προσήνεια, η ηπιότητα και η ευγένεια του χαρακτήρα του σε έκαναν να νιώθεις ότι μιλάς με ένα φίλο σου, ένα συνομήλικό σου. Έτσι ένιωσα όταν έμεινα μετεξεταστέος, ήρεμα, λες και είχε σπουδάσει παιδαγωγός, μου έδωσε να καταλάβω πολλά σε εκείνη την ευαίσθητη και γεμάτη αντιφάσεις ηλικία. Η στιβαρή αν και αραιή παρουσία του γέμιζε το σπίτι με σιγουριά και ασφάλεια, με στοργή και φροντίδα, ίσως παραήταν ανεκτικός, ποτέ δεν φώναξε και πολύ περισσότερο δεν χρησιμοποίησε βία, ούτε καν μια ξυλιά, αν και κάπου κάπου χρειαζόταν…Και σε κάθε δύσκολη στιγμή πάντα ενθαρρυντικός, υποστηρικτικός και αισιόδοξος, σπάνια γκρίνιαζε ή παραπονιόταν, ακόμη και όταν αρρώστησε στα εβδομήντα του. Αυτό με κλόνισε πολύ γιατί μέχρι τότε ήταν δυνατός σαν τα χαράκια του Ψηλορείτη. Αλλά και τότε και στην πολύχρονη ταλαιπωρία που ακολούθησε αντιδρούσε με καρτερικότητα και αισιοδοξία, έτοιμος να πολεμήσει όπως έκανε σε όλη του τη ζωή. Η γνωστή έκφρασή του καλιά ’χα σύντεκνε να λείπεις μα αφού έτυχες κάτσε, δεν ήταν μοιρολατρία αλλά προετοιμασία για τον αγώνα. Αλλά ας σταματήσω εδώ, δεν του άρεσαν τα παινέματα… Έζησε απλά, φτωχικά, ταπεινά, μια έντιμη και ήσυχη πορεία, με στόχο όπως και τόσων άλλων ανωγειανών, να μορφωθούν, όχι απλά να σπουδάσουν, τα παιδιά του.
Όντε θα πας με δικό σου σακούλι στο μύλο, θα σε διώ…Ήταν η παραδοσιακή και δηλωτική της παλιάς αντίληψης φράση για τη σφυρηλάτηση υπευθυνότητας και σεμνότητας των χαρακτήρων των νέων, και την κοινωνική τους ενσωμάτωση. Και όσο πιο γρήγορα γινόταν αυτό τόσο πιο αποτελεσματική ήταν και η συνειδητοποίηση των δυσκολιών που θα αντιμετωπίσουν στην ζωή τους. Το έζησαν από τα εφτά οχτώ τους χρόνια, μαντρατζήδες, ολομόναχοι αξημέρωτα να λαλούν το κτήμα για το μιτάτο. Οι συνθήκες στην Χώρα μετατόπισαν χρονικά τη σειρά να πάρω το δικό μου σακούλι, όταν στην πρώτη γυμνασίου με έστειλε ένα πρωί με το υπεραστικό λεωφορείο στο Ρέθυμνο για ένα πιστοποιητικό από το Στρατολογικό Γραφείο. Την αγωνία και την ανησυχία στον πηγαιμό, διαδέχθηκε η περηφάνια και η αυτοπεποίθηση στον γυρισμό…
Έλεγαν πως ήταν πενήντα χρόνια μπροστά από την εποχή του. Κι αν ακούγεται υπερβολικό, είναι πολύ κοντά στην πραγματικότητα. Ήταν αρχές του 1964. Οι ζητωκραυγές και τα πανηγύρια των βενιζελικών δεν είχαν κοπάσει όταν ήρθε η είδηση του θανάτου του Σοφοκλή Βενιζέλου, ξημερώματα, στις εφτά του Φλεβάρη. Δυο μέρες μετά, το πρωί της Κυριακής, στρυμωγμένος στο αγοραίο σεβρολέ ανάμεσα στον πατέρα και τρεις ακόμη ανωγειανούς, ξεκινήσαμε για το Ακρωτήρι. Στις τρείς ώρες που ακολούθησαν η συζήτηση τους ήταν για μένα (γι’ αυτό άλλωστε το αναφέρω) ένα πολύτιμο, ανεπανάληπτο μάθημα ιστορίας και πολιτικής σκέψης, με αναμνήσεις, βιώματα και συγκίνηση. Περισσότερο μιλούσαν για το ταξίδι που είχαν κάνει πριν από είκοσι οχτώ τόσα χρόνια. Και τότε παρόλο που ήταν τέλη Μαρτίου, ο καιρός όπως και τώρα ήταν άγριος με κρύο και βροχή. Και τότε στη μεγάλη θλίψη και απόγνωση για τον θάνατο του Μεγάλου Αρχηγού έδινε διέξοδο η οργή για την κυβέρνηση και τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε. Τώρα συζητούσαν για τον περίεργο θάνατο του Σοφοκλή, είχε κυκλοφορήσει η φήμη πως τον δηλητηρίασαν δείχνοντας προς τον Παπανδρέου. Ο πατέρας παρόλο που δεν τον συμπαθούσε, απέρριπτε αυτή τη συνωμοσιολογία με επιχειρήματα, ότι ο Σοφοκλής ήταν πολύ προσεχτικός και προνοητικός και είχε δίπλα του έμπιστους ανθρώπους και από την άλλη ο Γέρος ήταν πολύ έξυπνος, δεν είχε συμφέρον να κάνει κάτι τέτοιο. Φαίνεται όμως πως δεν τους έπεισε και περισσότερο τον οδηγό, ήταν τόσο οργισμένος που από θαύμα δεν τρακάραμε στον στενό δρόμο με τις απότομες στροφές. Αργότερα με την πολιτική ευθυκρισία και την ωριμότητα σκέψης που τον διέκρινε, διαφώνησε με την απόφαση να προσθέσουν στη μετόπη της εφημερίδας ΠΑΤΡΙΣ δίπλα από την φωτογραφία του Λευτέρη και εκείνη του Σοφοκλή. Παρά τον προσωπικό δεσμό και τη φιλία του με τον Σοφοκλή, το θεώρησε υπερβολή να μπουν στο ίδιο επίπεδο. Σαράντα πέντε χρόνια μετά αφαιρέθηκε η φωτογραφία του Σοφοκλή και στη θέση της έβαλαν μία του Καζαντζάκη. Δίπλα δίπλα οι δυο απάτητες κορυφές της Κρήτης.
Είχε πολλά προτερήματα αλλά και ελαττώματα, σε κάπως υπερθετικό βαθμό, γι’ αυτό ίσως έκανε μια ξεχωριστή πορεία με πολλά θετικά, λιγότερα τα αρνητικά. Αλλά αυτό που τον ξεχώρισε ήταν η ανιδιοτέλεια. Πιστεύω ότι από όσα είπε κι έκανε σαν αντάρτης και σαν ενεργός πολίτης, στον πόλεμο και στην ειρήνη, η ιδεολογία και τα πιστεύω του, το ανωγειανό ήθος, εκφράζονται με απόλυτο και σαφή τρόπο στην επιστολή/ρήξης του με το σύστημα εκείνης της εποχής, στη διάρκεια της Κατοχής2:
Έχομεν πλήρη επίγνωσιν της θέσεώς μας ως λαού, ως Έθνους, ως ατόμων …
Ό,τι είχαμεν ποίος λίγο ποίος πολύ το διαθέσαμεν …
Κινούμενοι μόνον από το τίμιον, το ανιδιοτελές, το αγνόν, το ιδανικόν αίσθημα του πατριωτισμού, ως αντάξιοι απόγονοι ενδόξων προγόνων
Εύλογα θα αναρωτηθείτε γιατί γράφω για τον Αεροπόρο εκατό είκοσι εννιά χρόνια από τη γέννησή του και πενήντα τρία από τον θάνατο του. Άλλωστε αρκετά έχουν γραφεί και ειπωθεί γι’ αυτόν. Δυσκολεύομαι να βρω λέξεις για μια πειστική απάντηση. Ίσως από δική μου ανάγκη, πλησιάζει και η εικοστή δεύτερη μέρα του Αυγούστου…
Μνήμη αγαθή3…
- ΓΕΣ, 1957. Ο ελληνικός στρατός εις την Σμύρνη (Μάιος 1919-Μάιος 1920), Έκδοση Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού
- Από την επιστολή του Αεροπόρου στον Άγγλο λοχαγό Ρ. Στόκμπριτς που επιπόλαια υιοθέτησε, αν δεν παρήγαγε ο ίδιος, συκοφαντίες σε βάρος της Αντάρτικης Ομάδας Ανωγείων και των ανωγειανών γενικότερα.
- Λουντέμης, Μ., 1977. Συνέντευξη στον Ταχυδρόμο (27.01.1977):
Μπορεί ν’ αφήσει κανείς πίσω του λίγη αγαθή, ανθρώπινη μνήμη;
Αυτή είναι το μεγαλύτερο άγαλμα.
*Σημείωση: Οι απόψεις των αρθρογράφων αποτελούν προσωπικές θέσεις και δεν αποτελούν τυχόν θέσεις του newshub.gr
-
06 Αυγουστου 2026, 07:07Καλύτερη η εικόνα στην πυρκαγιά στο Καρύδι Σητείας-Ήχησε το 112 -
05 Αυγουστου 2026, 15:10Έφυγε από τη ζωή ο γνωστός πνευμονολόγος Πάνος Μαματζάκης -
06 Αυγουστου 2026, 07:43Ρέθυμνο: Κλειστά από 10 έως 23 Αυγούστου τα λογιστικά γραφεία -
05 Αυγουστου 2026, 15:40Ολοκληρώνεται η κατάθεση αιτήσεων στην ΕΕΤΑΑ για voucher για ΚΔΑΠ, ΚΔΑΠ ΑμεΑ και Παιδικούς Σταθμούς -
05 Αυγουστου 2026, 12:23Κρητική βραδιά με τον Γιώργο Λεκάκη στον Αφραθιά στις 7 Αυγούστου -
05 Αυγουστου 2026, 12:28Ηράκλειο: Έκρηξη αναστάτωσε μια ολόκληρη συνοικία στη Θέρισσο! (Φωτο)
