Το Μέλλον σε Χρόνο Ενεστώτα: Σημειώσεις για το διεθνές πολιτικό και κοινωνικό συγκείμενο, στην εποχή της Permacrisis.
αγαπημένα σου στη Google
Στη μνήμη της μητέρας μου, Ελένης Παπαδάκη
ΜΕΡΟΣ Α΄: Μεταβαίνοντας από το 2024 στο 2025.
Το 2024, που μόλις μας άφησε, δύσκολα θα απέφευγε το χαρακτηρισμό “Annus horribilis”. Ή (λίγο πιο κομψά), μιας δύσκολης έως και επώδυνης χρονιάς, στην οποία παρήχθη Ιστορία με ρυθμούς που δυσκολευόμαστε να παρακολουθήσουμε, πόσο μάλλον να κατανοήσουμε σε, όλες της, τις διαστάσεις. Κι όλα αυτά, εν μέσω αλλεπάλληλων και πολυεπίπεδων κρίσεων (PermaCrisis, ή Polycrisis κατά Nouriel Roubini),. Ενεργειακή και πληθωριστική κρίση, πόλεμοι και γεωπολιτικές ανακατατάξεις σε εξέλιξη, σώρευση δυσθεώρητου (για τα ιστορικά τους δεδομένα) χρέους σε πανίσχυρες οικονομίες, αύξηση της κοινωνικής ευαλωτότητας και των ανισοτήτων διεθνώς σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις των μετασχηματισμών στην οικονομία, στους όρους παραγωγής και στην αγορά εργασίας που επιφέρει η 4η Βιομηχανική Επανάσταση (πρωτοστατούσης της εξελικτικής καθηγεμονίας της ψηφιακής οικονομίας και του μοντέλου της lego- flexibility), διεύρυναν την αστάθεια, την αβεβαιότητα και την επισφάλεια και σε ένα, έτσι κι αλλιώς, ρευστό και πολυπολικό διεθνές περιβάλλον. Επίσης, η κλιματική κρίση έγινε ορατότερη από ποτέ, το 2024.
Ο πόλεμος στη Μ. Ανατολή που ξεκίνησε μεν το 2023, κλιμακώθηκε ακραία μέσα στο 2024, ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία μετά την εισβολή της Ρωσίας το Φεβρουάριο του 2022, μπήκε στην πιο αιματηρή και επικίνδυνη φάση του. Η χρονιά τελείωσε με την κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ στην Συρία, από την αιφνιδιαστική επέλαση των ισλαμιστών- τζιχαντιστών ανταρτών της Αλ Νούσρα (ή επισήμως, πλέον, Hayat Tahrir al-Sham- HTS) και η νέα ηγεμονία υπό τον Αμπού Μοχάμεντ αλ Τζολάνι, φαίνεται να έδωσε μια αρχική αίσθηση ελευθερίας σε πολλούς Σύριους, αλλά επέφερε και μια σοβαρή ανησυχία για το (άδηλο) μέλλον, τόσο σε αρκετούς Σύριους, όσο και διεθνώς. Ειδικά για εμάς, στην Ελλάδα, αυτή η ανησυχία είναι μεγάλη και ευλόγως, λόγω του αναβαθμισμένου πλέον ρόλου της Τουρκίας και της μεγάλης επιρροής της στο νέο καθεστώς.
Το 2024, ήταν μια χρονιά και με πολλές και αποφασιστικής σημασίας εκλογές και στις δυο όχθες του Ατλαντικού, με σημαντικότερες τις Προεδρικές Εκλογές στις ΗΠΑ (στις 5/11/2024) και το “red sweep” του Donald Trump και του Ρεπουμπλικανικού κόμματος. Η νίκη του 47ου (πλέον ) Προέδρου των ΗΠΑ ήταν αναντίλεκτα σαρωτική. Συγκέντρωσε 312 εκλέκτορες, κέρδισε σε όλες τις swing states, συμπεριλαμβανομένων των τριών που παλιά ανήκαν στο “μπλε” τείχος των Δημοκρατικών (Μίσιγκαν, Ουισκόνσιν και Πενσυλβάνια), αύξησε τα ποσοστά του σε όλες τις Πολιτείες, ακόμα και σ’ αυτές που δεν νίκησε, και κέρδισε και στη λαϊκή ψήφο μετά από 20 χρόνια για τους Ρεπουμπλικάνους. Συγχρόνως ο Τραμπ και οι Ρεπουμπλικάνοι κέρδισαν τόσο τη Γερουσία όσο και τη Βουλή των Αντιπροσώπων (τα δυο νομοθετικά σώματα), διευκολύνοντας το έργο του Τραμπ στη διακυβέρνηση και στη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού.

Οι Δημοκρατικοί υπέστησαν μία στρατηγική ήττα, που είναι πολύ βαθιά και δεν αφορά μόνο (σε επίπεδο ευθυνών) τον Joe Biden, ή την Kamala Harris, αλλά συνολικά το Δημοκρατικό Κόμμα. Οι Δημοκρατικοί φαίνεται ότι, εδώ και αρκετό καιρό (ήδη πριν το 2016) έχουν αποξενωθεί από τα πλατιά λαϊκά στρώματα: από την εργατική τάξη κι από ένα μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης. Αυτό τούς κατέστησε σε μεγάλο μέρος των Αμερικανών πολιτών, περίπου, ως εκπροσώπους των ελίτ, κάτι το οποίο το αξιοποίησε αποτελεσματικά ο Τραμπ, όπως πάρα πολύ καλά ξέρει να κάνει, με τη δυσανεκτική ρητορική του, αλλά και υπονομεύοντας κάθε έννοια πολιτικής ορθότητας.
Σε αντίθεση με τους Ρεπουμπλικάνους, το αφήγημα των Δημοκρατικών, σε κρίσιμους τομείς όπως η οικονομία και τα μεταναστευτικό, ήταν μάλλον “θολό”. “Η Χάρις ανέπτυξε ένα σχέδιο που έδινε έμφαση στην αντιμετώπιση της κρίσης του κόστους ζωής. Προφανώς περιείχε φοροελαφρύνσεις για τους περισσότερους Αμερικάνους με ρυθμίσεις για την αισχροκέρδεια και προσιτή στέγαση. Δεν το παραμετροποίησε – συγκεκριμενοποίησε επαρκώς όμως (όπως αντιστοίχως, δεν έπραξε και στην μεταναστευτική πολιτική), πράγμα που είχε κάνει ο Τραμπ προ πολλού.
Κι όλα αυτά, σε μια Αμερική, όπου (με βάση τις σχετικές επίσημες εκθέσεις και αναλύσεις) αν και το ΑΕΠ αυξήθηκε με ρυθμό άνω του 2,8% στο γ΄ εξάμηνο του 2024 και συνεχίζει να έχει αυξητικές τάσεις, έχει έλλειμμα άνω του 6%, που συνεχίζει να μεγαλώνει, ενώ το δημόσιο χρέος είναι το υψηλότερο από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπερβαίνοντας πλέον τα 35 τρισεκατομμύρια δολάρια, που αντιστοιχεί σε πάνω από το 120% του ΑΕΠ. Ο κίνδυνος δε του δημοσιονομικού εκτροχιασμού (“debt spiral”), όπως επισημαίνουν πολλοί οικονομολόγοι διεθνώς, δεν είναι καθόλου αμελητέος. Επιπρόσθετα, οι ΗΠΑ είναι μια χώρα, όπου περίπου το 13% του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας (όπου αξίζει όμως να σημειώσουμε ότι αυτό το ποσοστό μειώθηκε επί διακυβέρνησης Μπάιντεν), ενώ το 29% των νοικοκυριών ανήκουν στην κατηγορία ALICEs (Asset Limited, Income Constrained, Employed), δηλαδή σε μια κοινωνικοοικονομική κατηγορία, που αφορά σε εργαζόμενους μεν, αλλά με σχετικά περιορισμένη περιουσία και εισόδημα, οι οποίοι/ ες συνακόλουθα πιέζονται περισσότερο από την αύξηση του κόστους ζωής. Επίσης η εργασιακή επισφάλεια συνεχίζει να πλήττει κυρίως τις εργατικές τάξεις, παρόλο που επί Προεδρίας Μπάιντεν αυξήθηκαν οι θέσεις εργασίας.
Όλοι αυτοί οι πολίτες, και πολλοί άλλοι, χρειάζονταν ένα πολύ πειστικό οικονομικό πρόγραμμα. Ο Τραμπ το είχε: ήταν ελκυστικό, είχε μεν σημαντικά προβλήματα και βολικούς αναγωγισμούς, αλλά ήταν ξεκάθαρο.
Συγχρόνως, ο Donald Trump (επανα)συγκρότησε ένα «εθνικό ρομάντζο» (για να δανειστούμε τον εξαίσιο, όρο, που έχει εισάγει ο Καθηγητής Α.-Ι. Δ. Μεταξάς) για την Αμερική, απευθυνόμενος σε εκείνους που νιώθουν ότι η χώρα τους έχει υποχωρήσει κι είναι όλο και λιγότερο ισχυρή. Ενεργοποίησε υφιστάμενους κοινωνικούς αυτοματισμούς και προτεραιοποίησε (ενίοτε με όρους εργαλειοποίησης) υπαρκτά κοινωνικά προβλήματα, φόβους και αγωνίες, στα οποία η κυβέρνηση Μπάιντεν δεν έδωσε πειστικές αποκρίσεις: εγκληματικότητα, ανασφάλεια, επισφάλεια, μεταναστευτικό. Επένδυσε στο μηχανισμό της ταύτισης (κάτι που ξέρει να το κάνει καλά) με πολλούς πολίτες, που αισθάνονται παρίες του συστήματος, δηλαδή αποζητούν μία θέση στο απονευρωμένο αμερικάνικο όνειρο και αναζητούν τη Μεγάλη Αμερική. Αυτούς τους κάνει εδώ και χρόνια να αισθάνονται ορατοί, καθώς τους πείθει πως, αν και δισεκατομμυριούχος, είναι ο "street smart" πολιτικός, ο "άνθρωπος της πιάτσας", που λύνει ο ίδιος τα προβλήματα (ας θυμηθούμε ένα από τα κεντρικά του προεκλογικά συνθήματα- παραδειγματικό σήμα της εκστρατείας του: “Trump will fix it”), είναι αντισυστημικός και συνομιλεί κατευθείαν με εκείνους που είναι αποκλεισμένοι από το «σύστημα» ή αισθάνονται έτσι. Η δε επιλογή του Αντιπροέδρου, JD Vance, με ότι αυτή συμβόλιζε, παρόλο που αμφισβητήθηκε από πολλούς, φαίνεται ότι έφερε τον Τραμπ εγγύτερα στα λαϊκά στρώματα.
Οι ψηφοφόροι του Τραμπ, όπως κατέδειξε ηχηρά το εκλογικό αποτέλεσμα, εκτείνονται πολύ πέραν του πυρήνα των σκληρών (και καθόλου σπάνια μισαλλόδοξων) υποστηρικτών του δόγματος MAGA (“Make America Great Again”) και των πολιτικών και κοινωνικών συνδηλώσεων αυτού. Καταρχάς, ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ έχει ενοποιήσει πλέον το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, στρέφοντας το προς τα δεξιά (στην οποία καθηγευμονεύει), και συνάπτοντας ένα είδος εσωκομματικής ειρήνης με τις άλλες, πιο μετριοπαθείς, τάσεις στο κόμμα, Επίσης ο Τραμπ μετήλθε κάθε μέσου προκειμένου να μεγιστοποιήσει την αποβλεπτικότητα της εκφοράς του (με όρους Michel Foucault) στους αναποφάσιστους και στους απογοητευμένους ψηφοφόρους των Δημοκρατικών, κεφαλαιοποιώντας την ένταση της κυμαινόμενης ψήφου, αλλά και της θεματικής ψήφου (issue voting), την οποία παρατηρούμε διεθνώς.
Τι έκανε τελικά ο Τραμπ; Επανάφερε και ενίοτε επαναπροσδιόρισε αξιακές διαιρέσεις και διαιρετικές τομές, ανακατεύθυνε την agenda και τελικά συστηματικά επιχείρησε (επιτυχώς) την απεύθυνση στον πατριωτισμό, ειδικά εκείνων των (πολλών) Αμερικάνων, που νιώθουν ότι η χώρα τους γίνεται όλο και λιγότερο ισχυρή. Ο Trump σε αυτήν την εκλογική εκστρατεία δεν αρκέστηκε στην ορατότητα της αντίθεσης (για να θυμηθούμε τον ελληνικό όρο, που χρησιμοποίησε ο David Smith στην εξαίρετη ανάλυση του στον Guardian, αμέσως μετά τις Προεδρικές Εκλογές του 2016) και στην πρόσβλεψη προσπορισμού εκλογικού οφέλους από την ανακατεύθυνση της ψήφου διαμαρτυρίας ως προς τα πεπραγμένα της διακυβέρνησης Μπάιντεν με την οποία ταύτιζε διαρκώς τη Χάρις. Μεταξύ άλλων, έδωσε εξαρχής ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στην οικονομία (παλιότερα, παραδοσιακά προνομιακό πεδίο των Δημοκρατικών), με ένα μείγμα παραδοσιακής οικονομικής σκέψης και οικονομικού προστατευτισμού, υποσχόμενος μεταξύ άλλων την επιβολή δασμών 10% ή και πολύ περισσότερο (στην περίπτωση της Κίνας) σε όλα τα προϊόντα που εισάγονται στις ΗΠΑ και την τόνωση της οικονομίας, της βιομηχανίας και της αγοράς εργασίας, όπως και την αύξηση στην παραγωγή ορυκτών καυσίμων στις ΗΠΑ, διευκολύνοντας τη διαδικασία αδειοδότησης για γεωτρήσεις και συγχρόνως αποσύροντας (ξανά) τις ΗΠΑ από τις Συμφωνίες του Παρισιού για το Κλίμα. Στο αγαπημένο του πεδίο, το ζήτημα της μετανάστευσης, είχε κάνει εξαρχής σαφές ότι θα σκληρύνει ακόμα περισσότερο την μεταναστευτική πολιτική, όχι μόνο σε σχέση με την Προεδρία Μπάιντεν, αλλά και συγκριτικά με την πρώτη του θητεία. Ως προς την εξωτερική πολιτική, έχει διακηρύξει ότι θα καταφέρει να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία και στη Μ. Ανατολή. Κι επίσης, έχει υποσχεθεί ότι θα επανεξετάσει το ρόλο της Αμερικής στο ΝΑΤΟ αλλά και του ίδιου του ΝΑΤΟ, δεδομένης και την δυσφορίας του στην προσέγγιση της πολυμέρειας στην διεθνή πολιτική, κάτι που (μεταξύ άλλων) αναμένεται να επηρεάσει συνολικά την οικονομία της Ευρώπης, καθώς ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ θα πιέσει πολύ προκειμένου να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες των χωρών της Ε.Ε, με περαιτέρω οικονομικές συνέπειες. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, φαίνεται ότι εισερχόμαστε στην «Εποχή του Trump», με αρκετά διαφορετικούς (και πολύ πιο προνομιακούς για τον ίδιο) όρους σε σχέση με την πρώτη Προεδρία του. Και δη χωρίς ισχυρές ενδοσυστημικές «δικλείδες ασφαλείας», όπως επεσήμανε ο Paul Krugman στο πρωτοσέλιδο άρθρο του στη διεθνή έκδοση των New York Times την ημέρα των Προεδρικών Εκλογών (και με ότι αυτό ενδέχεται να σημάνει για τη λειτουργία των »θεσμικών αντίβαρων» στις ΗΠΑ),.
Εκλογές δεν είχαμε όμως μόνο στις ΗΠΑ. Στην Ευρώπη, είχαμε (μεταξύ άλλων) τις Eυρωεκλογές, και την προκήρυξη πρόωρων εκλογών στη Γερμανία, αλλά και τις πρόωρες βουλευτικές εκλογές στη Γαλλία και την επακόλουθη πρωτοφανή πολιτική αστάθεια. Πολλά εκλογικά αποτελέσματα (όπως και πρόσφατες δημοσκοπήσεις) αφενός έχουν επιβεβαιώσει την άνοδο και την δυναμική της ακροδεξιάς (στις διαφορετικές εκδοχές της) και αφετέρου τις εκτατικές συνέπειες της πολυεπίπεδης κρίσης στο πολιτικό σκηνικό της Ευρώπης, και δη των δυο μεγαλύτερων οικονομιών της, που αμφότερες βρίσκονται σε (διαφορετικής υφής) οικονομική κρίση και πολιτική αστάθεια. Κι όλα αυτά, μέσα σε μια Ε.Ε., που όπως έδειξαν και οι Ευρωεκλογές του Ιουνίου, διολισθαίνει όλο και περισσότερο σε μια διευρυμένη κρίση αντιπροσώπευσης και συνακόλουθα κρίση νομιμοποίησης, συνεπικουρούμενη (ξανά) από αυτό, που είχε περιγράψει το 2008 ο Willie Slattery, ως «ξεσήκωμα των φόβων». Συνιστά όμως ο φόβος πολιτικό επιχείρημα? Όχι απαραίτητα, ωστόσο παλαιόθεν αποτελεί (ισχυρό) πολιτικό εργαλείο. Και οι ακροδεξιοί, αντι-ευρωπαϊκοί στον πυρήνα τους και επίμονα δυσανεκτικοί, κομματικοί σχηματισμοί είναι εδώ για να τους εργαλειοποήσουν και δη όλο και πιο αποτελεσματικά.
Σχολιάζοντας τη «Βερενίκη» του Ρακίνα, ο Roland Barthes είχε αποφανθεί ότι το τίποτα, η αυταπάτη, μπορεί να είναι ακόμα και μια απόσταση που έχει διανυθεί με πολύ κόπο. Αρχές του 2025, οι πολιτικές στοχεύσεις για μια Ευρώπη με εμπράγματη θεσμική εμβάθυνση και στρατηγική αυτονομία φαντάζουν πολύ μακρινές. Σχεδόν σαν αυταπάτη, που όμως έχει διανυθεί με πολύ κόπο και ακόμα περισσότερο (ιδίως κοινωνικό) κόστος. Οι αλλεπάλληλες κρίσεις έχουν ραγίσει τον καθρέπτη της (όποιας) ευημερίας, και η εικόνα μιας «μη- Ευρώπης» (κατά Baun), στην μορφή της καχεκτικής Ευρώπης, επαναπροβάλει ως ενδεχόμενο. Σχεδόν σαν Σαιξπηρικός ήρωας, παραδομένος σε μια ανέκκλητη ειμαρμένη. Μόνο που εδώ δεν πρόκειται για λογοτεχνικό αριστούργημα, αλλά για μια απολύτως πραγματική εξέλιξη.
Και ίσως προλαβαίνουμε ακόμα στην Ευρώπη να μην είναι αυτή η, μόνη διαθέσιμη, επιλογή. Μπορούμε όμως; Και σε τι πλαίσιο και με ποιους προϋποθετικούς όρους;
Είναι πάντα πολύ νωρίς και συγχρόνως πολύ αργά για να κατανοήσουμε κάτι ως ένα «τώρα» κατά ταυτόσημο τρόπο, έγραφε ο Jean Francois Lyotard. Το «τώρα» όμως είναι εδώ και ο (πολιτικός και ιστορικός) χρόνος πυκνώνει ανησυχητικά…..
Ο Νίκος Παπαδάκης είναι Καθηγητής και Διευθυντής του Κέντρου Πολιτικής Έρευνας & Τεκμηρίωσης (ΚΕΠΕΤ) του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης και Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (ΕΚΚΔΑ).
*Σημείωση: Οι απόψεις των αρθρογράφων αποτελούν προσωπικές θέσεις και δεν αποτελούν τυχόν θέσεις του newshub.gr
-
29 Μαΐου 2026, 22:12Χανιά: Βαρύ πένθος για τον ξαφνικό χαμό του Μανόλη Βαρουξάκη -
30 Μαΐου 2026, 09:30Πένθος για την Γιάννα Αγγελοπούλου Δασκαλάκη-Έφυγε από τη ζωή η μητέρα της Μαρίκα -
29 Μαΐου 2026, 10:00Γρηγόρης Πασπάτης: Το «Νόημα-Κρήτη» θέλει να ανοίξει τον δημόσιο διάλογο για την Ελλάδα του αύριο! (podcast) -
29 Μαΐου 2026, 12:15Βολές στο κέντρο... της Παρασκευής! -
30 Μαΐου 2026, 08:40Αποκαλύψεις για το άγριο έγκλημα στη Μεσσαρά με θύμα τον πρόεδρο της κοινότητας Απεσωκαρίου-"Κλίμα «τρομοκρατίας" -
30 Μαΐου 2026, 07:15Γιάννης Πρεκατσουνάκης: Η Μάχη του Ηρακλείου 20-29 Μαΐου 1941 (podcast)
