Μια μεγάλη νίκη: Οι Έλληνες καταλαμβάνουν το Βραχώρι (Αγρίνιο).
αγαπημένα σου στη Google
Περί τα τέλη Μαΐου 1821 μόλις συναθροίστηκαν στρατιωτικά σώματα Ελλήνων γύρω από το Βραχώρι, πολιορκώντας το στενά. Αρχηγοί ήταν ο Δ. Μακρής από την επαρχία Ζυγού, έχοντας περίπου 700, ο Σιαδήμας από το Απόκουρο με 500, ο Θεόδωρος Γρίβας με 200 από την Ακαρνανία, ο Αλέξανδρος Βλαχόπουλος, ο Γεώργιος Τσόγκας με 500 Ακαρνάνες και Βλάχους, ο Ν. Κακαρής Σουλιώτης με 150 Ηπειρώτες και άλλοι διάφοροι. Οι Τούρκοι της πόλης με δύο Δερβεναγάδες Αλβανούς, τον Ταχήρ Παπούλια και Νούρκα Ζέβρανη ήταν περίπου χίλιοι. Οι Έλληνες άρχισαν πρώτοι τον πόλεμο και ανάγκασαν τους Τούρκους να αποσυρθούν μέσα στον Πύργο και στα οχυρά σπίτια.
Η μάχη διήρκεσε δέκα ημέρες με καθημερινούς ακροβολισμούς και από τις δύο μεριές. Στο μεταξύ, ο Νούρκας Σέβρανης νύχτα απόδρασε μαζί με τους Αλβανούς του και αναχώρησε με κατεύθυνση την Θεσσαλία διαμέσου της Ευρυτανίας. Οι υπόλοιποι Οθωμανοί όμως αναγκάστηκαν να παραδοθούν, γιατί τους τέλειωσαν τα τρόφιμα. Έτσι έπεσε το περίφημο Βραχώρι, η πρωτεύουσα της ηγεμονίας των υπό των Οθωμανών ονομαζόμενης Κάρλελι.
Απο τον 17ο αιώνα...
Στα τέλη του 17ου αιώνα σημειώνονται μεταβολές στη συγκρότηση της κεντρικής διοίκησης του Σαντζακίου του Κάρλελι. Μεταφέρεται η πρωτεύουσα αυτού από το Αγγελόκαστρο στο Βραχώρι (Αγρίνιο), που σημειωτέον ήταν από τα μέσα του 16ου αιώνα πρωτεύουσα του ομώνυμου καζά. Και το πιθανότερο τότε υπάγεται στην κατηγορία των σαντζακίων των παραχωρουμένων ως χάς πασά. Εξακολούθησε δε να διοικείται από μουτεσελλίμη μέχρι την Επανάσταση του 1821.
Η μεταφορά της πρωτεύουσας του ‘‘Σαντζακίου του Κάρλελι’’ στο Βραχώρι υπαγορεύθηκε αφενός μεν από την επελθούσα καταστροφή του Αγγελοκάστρου, στη διάρκεια του Βενετοτουρκικού πολέμου στα έτη 1684-1699, (ενώ το Βραχώρι, κατά τον Κ. Σάθα, δεν καταλήφθηκε υπό των Βενετών), αφετέρου δε από την ακμή του Βραχωριού στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα.
Το Βραχώρι, το 1668, όταν πέρασε από εκεί ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή, είχε τριακόσια σπίτια, όπου κατοικούσαν πλούσιοι και επίσημοι Οθωμανοί, οι οποίοι εκμεταλλεύονταν τά κτήματα τής γύρω από αυτό εύφορης πεδιάδας.
Επόμενο ήταν, είτε κατά την διάρκεια του προαναφερθέντος Βενετοτουρκικού πολέμου, είτε μετά την υπογραφή της συνθήκης του Κάρλοβιτς (1699), να προτιμηθεί το Βραχώρι ως πρωτεύουσα του σαντζακίου του Κάρλελι.
Ως εκ τούτου, η Επανάσταση στο Βραχώρι (Αγρίνιο), το 1821, άργησε να εκδηλωθεί. Τούτο, επαναλαμβάνουμε, οφείλεται στο ότι το Βραχώρι ήταν η έδρα ισχυρών Τουρκικών στρατευμάτων και το Τούρκικο στρατιωτικό κέντρο της “Δυτικής Χέρσου Ελλάδος”. Ακόμη στο Βραχώρι (Αγρίνιο) ήσαν συγκεντρωμένοι πολλοί αξιωματούχοι Τούρκοι, επειδή ήταν και το διοικητικό κέντρο της περιοχής. Το Βραχώρι (Αγρίνιο), λοιπόν, ήταν για τη δυτική Ελλάδα, ό,τι η Τριπολιτσά για την Πελοπόννησο.
Τόσον ο Διονύσιος Κόκκινος, όσον και η Ιωάννα Διαμαντούρου, αντλώντας από τον Ιωάννη Φιλήμωνα, γράφουν ότι στο Βραχώρι, κάθε διώροφη ή τριώροφη τουρκική οικοδομή, ήταν τριγυρισμένη με διπλό και τριπλό καμμιά φορά τείχισμα και αυλόθυρες σε πολλές μεριές -μοναδικό φαινόμενο σε όλη την Ελλάδα – πράγμα που δηλώνει την άγρια τυραννία των Τούρκων και την τραγική θέση των Χριστιανικών οικογενειών, που ήσαν υπερδιπλάσιες των Τουρκικών.
Η τυραννία έγινε αβάσταχτη ιδίως τις παραμονές της Επανάστασης, όταν στρατιωτικός διοικητής του Βραχωρίου ήταν ο Τουρκαλβανός Νούρκας Σέρβανης και πολιτικός διοικητής ο Αλάμπεης (Αλή-Μπέης).
Όμως, μετά τα πρώτα επαναστατικά κρούσματα στην Αιτωλοακαρνανία, οι Τούρκοι άρχισαν ν’ ανησυχούν και ο φόβος τους μεγάλωσε, όταν στην πόλη άρχισαν να μαζεύονται και οι ομόθρησκοί τους της υπαίθρου.
Η δύναμη της φρουράς της πόλης που αποτελούνταν από ντόπιους Τούρκους και από Αλβανούς ενισχύθηκε με τις τουρκικές φρουρές του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού, του Γαλατά, και του Μποχωριού, που είχαν καταφύγει εκεί, καθώς και με τις φρουρές των Κραβάρων και του Απόκουρου, τις οποίες ο Σέρβανης είχε ανακαλέσει στο Βραχώρι.
Το Μάη του 1821
Εκ παραλλήλου, ο Σέρβανης προσπάθησε να παγιδεύσει και τον Αλεξάκη Βλαχόπουλο, τον οποίον κάλεσε με πολύ φιλικό τρόπο να τον επισκεφτεί στο Βραχώρι. Ο Βλαχόπουλος αποποιήθηκε την πρόσκληση. Ήρθε μάλιστα σε συννενόηση με τον Μακρή, τον Ραζηκότσικα και άλλους Οπλαρχηγούς της περιοχής, και αποφάσισαν να επιτεθούν κατά του Βραχωριού. Κάλεσαν και τον Κώστα Σιαδήμα, που ήταν με το τμήμα του στην πολιορκία της Ναυπάκτου να επιστρέψει. Πράγματι, ο Σιαδήμας με 500 άνδρες γύρισε, και μεταξύ 27 και 28 Μαϊου, στρατοπέδευσε στο Ντογρί Τριχωνίδος. Μαζί του ενώθηκαν και 200 άνδρες του Γρίβα, που έτυχε να βρίσκονται στην περιοχή.
Οι Οπλαρχηγοί αποφάσισαν να επιτεθούν κατά της πόλης στις 28 Μαϊου, την ημέρα που οι Μωαμεθανοί γιόρταζαν το Ραμαζάνι.
Στις 27 Μαϊου, ο Μακρής και ο Ραζηκότσικας με 700 άνδρες έπιασαν τα πετροκάμαρα «Γεφύρια τού Αλάμπεη», στον βαλτότοπο ανάμεσα από τις λίμνες Τριχωνίδα και Λυσιμαχία, ώστε να είναι διαβατός ο δρόμος από το βαθύπεδο τών λιμνών όπου το Βραχώρι προς την παράλια Αιτωλία όπου το Μεσολόγγι.
Στις 26 με 27 Μαϊου, (ή κατά τον Θεόδωρο Χαβέλα στις 19 Μαϊου, ημέρα της Πεντηκοστής του Πάσχα), οι επαναστατικές δυνάμεις της Αιτωλίας και Ακαρνανίας καταλάβανε θέσεις γύρω από το Βραχώρι για να το εκπολιορκήσουν.
Το βράδυ της 28ης Μαϊου 1821 ο κλοιός γύρω από το Βραχώρι είχε ολοκληρωθεί και τα χαράματα της ίδιας νύχτας (28-5-1821) άρχισε γενική επίθεση απ’ όλες τις μεριές, πρώτα προς τις απόκεντρες συνοικίες της πόλης.
Ο Βλαχόπουλος με πεντακόσιους άνδρες, μεταξύ των οποίων ήσαν και αρκετοί άνδρες του Τσόγκα, επετέθησαν από την επάνω πλευρά κατά της πόλης. Μετά την εκδήλωση της επίθεσης ενώθηκαν με τους ΄Ελληνες και αρκετοί κάτοικοι της πόλης, με επικεφαλής τον Γεώργιο Στάϊκο, καθώς και αρκετοί κάτοικοι της γύρω περιοχής, οι οποίοι όντας βέβαιοι για τη νίκη των Ελλήνων, προσδοκούσαν να αποκομίσουν πλούσια λάφυρα από τα Τουρκικά και Εβραϊκά πλουσιόσπιτα.
Οι πρώτοι ένοπλοι Έλληνες, που πατήσανε στην πόλη, υπό την αρχηγία του Κώστα Σιαδήμα και του Γρίβα, βάλανε φωτιά στα πρώτα σπίτια.
Και οι εντός της πόλης Βραχωρίτες όμως περιμένανε την επίθεση. Γιαυτό, μόλις άρχισε, βάλανε μόνοι τους φωτιά στα σπίτια τους, για να επιτείνουν τον πανικό στους Τούρκους. Η έφοδος μερικώς μόνον αιφνιδίασε τους Τούρκους, που πιστεύανε ότι οι Αιτωλοακαρνάνες δεν θα αποτολμούσαν επίθεση εναντίον της πανίσχυρης στρατιωτικής έδρας τους στο Βραχώρι. Αν και γιορτάζανε το «Ραμαζάνι» τους εκείνη την ημέρα, ήσαν σε επιφυλακή και μόλις ακούσανε τους πυροβολισμούς των Ελλήνων σπεύσανε στα «ενδότερα» της πόλης και οχυρώθηκαν στα κεντρικά σπίτια, απ’ όπου άρχισαν να αμύνονται με γενναιότητα.
Όμως, βλέποντας ότι ο κλοιός γύρω τους στένευε συνεχώς ζήτησαν να έρθουν σε διαπραγματεύσεις με τους επαναστάτες. Το αίτημά τους έγινε δεκτό. Όμως ο Μπέης που έστειλαν ως αντιπρόσωπό τους, αντί να συζητήσει τους όρους παράδοσής τους, που θα έβγαζαν τους Τούρκους από το αδιέξοδο, τους διαβίβασε τη “μεγαλόψυχη” προσφορά τού δερβέναγα, πως αν έλυναν την πολιορκία και έφευγαν δεν θα τους πείραζε κανείς. Φαίνεται πως οι Τουρκοι και οι Αλβανοί, παρά τη δύσκολη θέση στην οποίαν είχαν περιέλθει, ήλπιζαν πως γρήγορα θα τους έρχονταν βοήθεια από την ΄Αρτα και τα Ιωάννινα. Φυσικά αυτή η πρόταση του Τούρκου Μπέη δεν συζητιόταν διόλου. Οι Έλληνες παρήγγειλαν με τον Μπέη στον Αλβανό Νούρκα Σέρβανη πως, αν ο ίδιος με τους Αλβανούς ήθελαν να φύγουν, θα τους άφηναν τα όπλα τους, και τους εγγυόνταν τήν ασφάλειά τους μέχρι να περάσουν το Μακρυνόρος, και πως αυτοί ήρθαν στο Βραχώρι να διώξουν τους Τούρκους.
Οι επιθέσεις των Ελλήνων πολιορκητών επαναλήφθηκαν με μεγαλύτερη ένταση, γιατί στις 30 Μαϊου ήρθαν νέες ενισχύσεις με τον Γιώτη Βαρνακιώτη, αδερφό του Γιώργη, και στις 3 Ιουνίου κατέφθασε και ο ίδιος ο Γεώργιος Βαρνακιώτης με πολλούς Ξηρομερίτες, που ανέβασαν τον συνολικό αριθμό των Ελλήνων στις 4.000.
Ενεκα αυτής της άφιξης και νέων ελληνικών δυνάμεων οι πολιορκούμενοι Τουρκαλβανοί βρίσκονταν σε δύσκολη θέση: Τα τρόφιμά τους και τα πολεμοφόδειά τους άρχισαν να σπανίζουν. Πολλές αποθήκες τους είχαν περιέλθει στην κατοχή των Ελλήνων. Η δύναμη των 1.800 ανδρών που είχε στείλει ο Χουρσίτ με τον Ισμαήλ Πλιάσα, δεν κατόρθωσε να περάσει το Μακρυνόρος, γιατί τους έφραξε τον δρόμο ο Ανδρέας ΄Ισκος.
Η δύσκολη κατάσταση στην οποίαν είχαν περιέλθει οι πολιορκούμενοι όξυνε τις αντιθέσεις και τις διχόνοιες μεταξύ Τούρκων και Αλβανών. Ο Νούρκα Σέρβανης αποφάσισε να έρθει σε ξεχωριστή συμφωνία με τους ΄Ελληνες, και γι’ αυτόν τον σκοπό εκμεταλλεύτηκε τη φιλία του με τον Βλαχόπουλο. Συμφωνήθηκε να επιτραπεί στους Αλβανούς να φύγουν, παίρνοντας μαζί τους τα ατομικά τους είδη, και οι ΄Ελληνες τούς εγγυόνταν να φθάσουν και να περάσουν το Μακρυνόρος ασφαλείς. Ο Σέρβανης μάλιστα προσφέρθηκε να αφήσει τον γιό του όμηρο στα χέρια των Ελλήνων, ως εγγύηση ότι θα τηρούσε τη συμφωνία. Αυτή η απόχώρηση των Αλβανώς ευνόητον ότι θα αδυνάτιζε την άμυνα των πολιορκημένων και το ηθικό τους. Οι Αλβανοί όμως δεν τήρησαν τη συμφωνία. Εξανάγκασαν τους Τούρκους και τους Εβραίους του Βραχωριού να τους δώσουν ό,τι πολύτιμο θησαυρό είχαν και έφυγαν κρυφά τη νύχτα με κατεύθυνση το Καρπενήσι. Οι έλληνες Οπλαρχηγοί, κατά μια εκδοχή, πληροφορημένοι από τους Τούρκους Μπέηδες για τη φυγή των Αλβανών, ειδοποίησαν έγκαιρα τον Κώστα Γιολδάση και τ’ αδέρφια του για το δρομολόγιο των Αλβανών. Οι Γιολδασαίοι τους έστησαν ενέδρα και τους αποδεκάτισαν. ΄Επιασαν αιχμάλωτον και τον ίδιον τον Νούρκα Σέρβανη, τον οποίον αργότερα αντάλλαξαν με αιχμάλωτα μέλη της οικογένειάς τους. Παραμένει όμως ακόμα άγνωστος ο τόπος που έκρυψε αυτούς τους θησαυρούς.
Και ενώ οι Τούρκοι περιέρχονταν σε όλο και πιο δεινή θέση, εξαιτίας της έλλειψης τροφίμων και πολεμοφοδείων, οι ΄Ελληνες κάλυψαν, ως ένα μεγάλο βαθμό, τις ανάγκες τους σε πολεμικό υλικό, αγοράζοντας από τον άγγλο πλοίαρχο ΄Αντερσον ένα φορτίο πολεμοφόδεια, μαζί και ένα μικρό κανόνι. Ο άγγλος πλοίαρχος, καλυπτόμενος από την αγγλική “ουδετερότητα”, έκανε εμπόριο πολεμικού υλικού. Όταν το πλοίο βρισκόταν στα ανοιχτά του Μεσολογγίου, ο ΄Αντερσον πληροφορήθηκε τα γεγονότα του Βραχωριού (Αγρινίου). Ξεφόρτωσε το πολεμικό υλικό στο Μεσολόγγι, το μετέφερε στο Βραχώρι (Αγρίνιο), όπου και το πούλησε στους ΄Ελληνες.
Οι πολιορκημένοι Τούρκοι που δεν περίμεναν πλέον καμμία βοήθεια, μη έχοντας άλλη διέξοδο ήρθαν σε συμφωνία με τους ΄Ελληνες να παραδοθούν, υπό τον όρο να γίνει σεβαστή η ζωή και η τιμή τους. Η συμφωνία τηρήθηκε: οι έγκλειστοι στο Βραχώρι Τούρκοι, με τον Δερβέν αγά Ταχήρ Παπούλια, που δεν ήταν Αλβανός, υπογράψανε συμφωνία με τον στρατηγό Γ. Βαρνακιώτη, που υποχρέωνε τους Τούρκους να παραδώσουν τα όπλα και να πάνε όπου θέλουν.
Έτσι, στις 11 Ιουνίου 1821, έπεσε το Βραχώρι (Αγρίνιο), που ήταν το προπύργιο των Τούρκων στη Δυτική Ελλάδα.
«Και ούτως εκυριεύθη το περίφημο Βραχώρι, η πρωτεύουσα της ηγεμονίας της υπό των Οθωμανών ονομαζομένης Κάρλελη», γράφει ο αγωνιστής Λάμπρος Κουτσονίκας στα Απομνημονεύματά του.
newshub.gr /sansimera.gr/wikipedia.org/se-skepseis.gr
-
29 Μαΐου 2026, 22:12Χανιά: Βαρύ πένθος για τον ξαφνικό χαμό του Μανόλη Βαρουξάκη -
30 Μαΐου 2026, 09:30Πένθος για την Γιάννα Αγγελοπούλου Δασκαλάκη-Έφυγε από τη ζωή η μητέρα της Μαρίκα -
31 Μαΐου 2026, 11:58Αργία Αγίου Πνεύματος: Τράπεζες, δημόσιες υπηρεσίες, σχολεία και φροντιστήρια κλειστά – Ανοιχτά τα περισσότερα καταστήματα - σούπερ μάρκετ -
30 Μαΐου 2026, 08:40Αποκαλύψεις για το άγριο έγκλημα στη Μεσσαρά με θύμα τον πρόεδρο της κοινότητας Απεσωκαρίου-"Κλίμα «τρομοκρατίας" -
30 Μαΐου 2026, 07:15Γιάννης Πρεκατσουνάκης: Η Μάχη του Ηρακλείου 20-29 Μαΐου 1941 (podcast) -
31 Μαΐου 2026, 07:10Η μάχη του Ηρακλείου (20-29 Μαΐου 1941): Η πιο άγνωστη σελίδα της Μάχης της Κρήτης
