Η ελληνική Αναγέννηση (Α Μέρος)
Σύμφωνα με μία εξαιρετικά διαδεδομένη αντίληψη, στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ «Αναγέννηση», διότι δεν διεκόπη η συνέχεια του ελληνισμού, σε αντίθεση με τη Δύση, όπου η Αναγέννηση σηματοδότησε την ανασύνδεση με την κλασσική ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα. Ωστόσο, μια τέτοια θεώρηση της Αναγεννήσεως είναι μάλλον περιοριστική, διότι η Αναγέννηση δεν σηματοδοτεί απλώς την ανασύνδεση με την αρχαιότητα, αλλά εισάγει σε έναν νέο κόσμο –σε ένα νέο παράδειγμα θα έλεγαν οι «μοντέρνοι»– όπου ο άνθρωπος και η φύση –και η φύση του ανθρώπου– τίθενται στο επίκεντρο του κόσμου, παράλληλα ή δίπλα στο Θεό. Επί πλέον η Αναγέννηση σηματοδοτεί την απαρχή της εκτίναξης της Δύσης στην καρδιά του νέου παγκόσμιου συστήματος. Και με μία ευρύτερη χρήση του όρου εμπεριέχει όχι απλώς την καλλιτεχνική Αναγέννηση και τον ουμανισμό, αλλά φθάνει μέχρι τον Καρτέσιο και τον προτεσταντισμό. Σύμφωνα δε με μια πλέον σύγχρονη ερμηνεία – από την άποψη της ουσίας της, η Αναγέννηση σηματοδοτεί την μετάβαση της Δύσης από την νομο-θρησκευτική, φεουδαλική φάση της στην ατομοκεντρική, εθνοκεντρική και καπιταλιστική της περίοδο. Σε αυτή τη μετάβαση ναι μεν η ενεργοποίηση των μηχανισμών της πολιτισμικής μετάλλαξης, πραγματοποιήθηκε μέσα από την ανασύνδεση με την αρχαιότητα –εξ ου και η πρόσληψή της ως «αναγεννήσεως»– αλλά δεν εξαντλείται σε αυτήν.
Αν λοιπόν δούμε υπ’ αυτό το πρίσμα την ελληνική περίπτωση, τότε ο φωτισμός διαφοροποιείται. Όπως δείξαμε εξ άλλου στο πρώτο μέρος της εργασίας μας για την ιστορία των ιδεών στον νεώτερο ελληνισμό , η «Αναγέννηση» –τόσο ως ανασύνδεση με την κλασσική αρχαιότητα, όσο και ως διαφοροποίηση της θέσης του ανθρώπου στο συνολικό πολιτισμικό παράδειγμα– έχει ήδη εγκαινιαστεί στη λεγόμενη υστεροβυζαντινή περίοδο, και μάλιστα από την εποχή της ήδη αποκαλούμενης «Κομνήνειας Αναγέννησης» και της συνέχειάς της, της «Παλαιολόγειας Αναγέννησης»: Πολλαπλασιάζονται οι αναφορές στην αρχαία ελληνική σκέψη, ήδη από την εποχή του Φωτίου και κατ’ εξοχήν από τον Μιχαήλ Ψελλό και τον Ευστάθιο Θεσσαλονίκης (απεβ. το 1193 ή το 1196). φθάνουν στο απόγειό τους οι μετασχηματισμοί στην τέχνη, με την Μακεδονική Σχολή κατά τα τέλη του 13ου αρχές του 14ου αι.. διαγράφεται μια νέα ατομικότητα του προσώπου , ενώ πραγματοποιείται η ανασύνδεση με τη ζωγραφική των ελληνιστικών χρόνων και η λογοτεχνία εμπλουτίζεται με το μυθιστόρημα, το διήγημα, την ερωτική περιπέτεια, το Ακριτικό έπος κ.λπ. Τέλος, οι βυζαντινοί αυτοκράτορες, με αφετηρία εκείνους της Νικαίας, αναφέρονται πλέον ανοικτά στους Έλληνες και διαμορφώνονται οι απαρχές του ελληνικού έθνους-κράτους. Υπ’ αυτή την έννοια, προφανώς υπάρχει ελληνική Αναγέννηση στο ύστερο Βυζάντιο, διότι περνάμε από την οικουμενική περίοδο του ελληνισμού στην εθνική. Γι’ αυτό και η νέα επιμονή στην ελληνικότητα, την αρχαία ελληνική τέχνη, την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, εκ παραλλήλου με την πατερική. Η δυτική –ιταλική– Αναγέννηση εξ άλλου θα ενεργοποιηθεί από την επαφή της με το Βυζάντιο και την ελληνική υστεροβυζαντινή «αναγέννηση» και όχι μόνο στη φιλοσοφία και τη φιλολογία, όπως έχει γίνει παραδεκτό μέχρι σήμερα, αλλά και στη ζωγραφική.
Ωστόσο, η περίοδος της βυζαντινής, «ελληνικής» Αναγέννησης, ανακόπτεται βίαια εξ αιτίας των εξωτερικών περιπετειών του ελληνισμού. Η μάχη του Μυριοκεφάλου το 1176 και η Άλωση του 1204 αποτελούν αποφασιστικούς ανασχετικούς παράγοντες ενώ, τελεσίδικα, γύρω στα 1350, με την είσοδο των Τούρκων στην Ευρώπη, λαμβάνει τέλος η «αναγεννησιακή» περίοδος του βυζαντινού ελληνισμού που ήδη τρεμοσβήνει μετά το 1204. Βέβαια ο Πλήθων, ο Βησσαρίων και οι Λασκάρεις θα μεταλαμπαδεύσουν στη Δύση την μέριμνα-επιστροφή στον αρχαίο κόσμο και τον Πλάτωνα, η Κρήτη θα διατηρεί και θα συνεχίζει την Βυζαντινή Αναγέννηση, και θα μας δώσει τον Ερωτόκριτο και τον Κύριλλο Λούκαρι, – πρόκειται όμως για μια δευτερεύουσα πλευρά της ελληνικής ιστορίας, ιδιαίτερα σημαντική για τη συνέχεια, όχι όμως και καθοριστική για την περίοδο 1350-1700.
Πλέον, το κύριο στοιχείο δεν είναι η «αναγέννηση», αλλά η «αντίσταση», η άμυνα του ελληνισμού απέναντι στις δυνάμεις που τον απειλούν με εξόντωση, τόσο –και κυρίως– τους Οθωμανούς, όσο και την αποικιοκρατική Δύση. Και αυτή η αντίσταση συνδέεται με την εμμονή στην Ορθοδοξία ως του αποφασιστικού στοιχείου της ελληνικής ιδιοπροσωπίας: απέναντι στους αλλόθρησκους Οθωμανούς και τον επιθετικό καθολικισμό της Δύσης, το κομβικό ιδεολογικό στοιχείο της Αντίστασης είναι η Ορθοδοξία. Γι’ αυτό και Ορθοδοξία και ελληνισμός θα συνδεθούν αποφασιστικά και αδιαμφισβήτητα κατά τη διάρκεια αυτών των αιώνων. Οι αμφισβητήσεις αυτής της ταύτισης, από τον Πλήθωνα ή τον Βησσαρίωνα, θα παραμείνουν εντελώς περιθωριακές: Ο ελληνισμός θα αντισταθεί στους Τούρκους και τους Λατίνους δια της Ορθοδοξίας. Και η μεγάλη ησυχαστική «επανάσταση» στα μέσα του 14ου αιώνα, θα αποτελέσει τη βάση για την αντίσταση του ελληνισμού, ακριβώς διότι ανεδείκνυε την ιδιαιτερότητα της Ορθοδοξίας, έναντι όχι μόνον των μουσουλμάνων Οθωμανών, αλλά και των θεωρητικά «ομοδόξων» Λατίνων. Ο ησυχασμός, ως η συνέχεια μιας μεγάλης μυστικής παράδοσης, από τον Αεροπαγίτη έως τον Μάξιμο, και τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο, διέσωζε τον πυρήνα της Ορθοδοξίας και της ελληνικής παράδοσης σε δίσεκτους χρόνους, και επιμένοντας στη διάκριση μεταξύ της ουσίας και των ενεργειών, του μυστικού πυρήνα και της Ιστορίας, έσωζε και στην Ιστορία, «μυστικά», αυτόν τον πυρήνα. Έσωζε όχι μόνο την ταυτότητα ορθόδοξος=ρωμιός Έλληνας, αλλά και την ελληνική γλώσσα και την φιλοσοφική ιδιοπροσωπία μας απέναντι στη δυτική νοησιαρχία και τον ανατολικό μονοφυσιτισμό.
Έτσι, όταν ο ελληνισμός, μετά το 1700, θα περάσει σταδιακώς και πάλι από την «άμυνα» στην «επίθεση», από την «αντίσταση» και πάλι στην «αναγέννηση», θα διαθέτει και την παρακαταθήκη της Ορθοδοξίας και του ησυχασμού στη φαρέτρα του. Γι’ αυτό και η ελληνική Αναγέννηση, παρ’ όλο που παύει πλέον να ισχύει η αποκλειστική ταύτιση ελληνισμός = Ορθοδοξία, θα αναπτυχθεί όχι σε αντίθεση με την ορθοδοξία, αλλά σε συνέργεια μαζί της.
Ήδη έχουμε δώσει την απάντηση στο αρχικό ερώτημα: Όντως, η Ελλάδα γνωρίζει μια Αναγέννηση, κατά την περίοδο 1700-1922, που αποτελεί εν μέρει συνέχεια της ανακοπείσας υστεροβυζαντινής, και εν μέρει και κατ’ εξοχήν ένα καινοφανές ιστορικό δημιούργημα, και η οποία μπορεί να διακριθεί σε δύο περιόδους. η πρώτη, που χαρακτηρίζουμε ως «παλιγγενεσία και φωτισμό», διαρκεί έως το 1821 και έχει ως κύρια πλευρά την υλική και πνευματική ανασυγκρότηση των προϋποθέσεων της αυτόνομης ανάδειξης του ελληνισμού στις νέες ιστορικές συνθήκες και η δεύτερη, εκείνη της «Μεγάλης Ιδέας», από το 1821 έως το 1922, αποτελεί την επαναστατική-εθνικοαπελευθερωτική περίοδο, η οποία στοχεύει στην πολιτειακή ανασυγκρότηση του «ιστορικού χώρου» του υστεροβυζαντινού ελληνισμού ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την ολοκλήρωση της ελληνικής Αναγέννησης.
Η χρήση του όρου «Διαφωτισμός»
Ο όρος «Διαφωτισμός», για την περίοδο που προηγείται της ελληνικής επανάστασης, χρησιμοποιείται συστηματικά από τον Κ.Θ. Δημαρά [ενώ εμφανίζεται για πρώτη φορά στα μέσα του 19ου αιώνα] ο οποίος και εν τέλει τον επιβάλλει στη νεώτερη γραμματεία μας. Στον 19ο αιώνα, αναφέρονταν απλώς στον «φωτισμό του ελληνικού λαού» ή σε μια εκπαιδευτική και μορφωτική δραστηριότητα ενταγμένη στα πλαίσια της ελληνικής παλιγγενεσίας, δηλαδή της αναγέννησης του ελληνισμού. Μια «παλιγγενεσία» η οποία συμπεριλάμβανε την οικονομική και κοινωνική άνθηση του νεώτερου ελληνισμού, την πύκνωση των επαναστατικών κινημάτων, από τον Διονύσιο τον Φιλόσοφο (ή «Σκυλόσοφο») έως την ελληνική επανάσταση, τέλος τη διάδοση των «φώτων» στο σύνολο του ελληνικού χώρου. Η Ελληνική Αναγέννηση συνιστά ένα ενιαίο οικονομικό-κοινωνικό, πνευματικό και πολιτικοστρατιωτικό φαινόμενο.
Οι πρώτοι μάλιστα από τους Έλληνες λογίους που κατέγραψαν αυτή τη διαδικασία του φωτισμού θα μιλούν μάλλον για εμβάθυνση και επέκταση της παιδείας και των εκπαιδευτικών μηχανισμών στον ελληνικό χώρο, σε όλη την περίοδο που, από την Άλωση, φθάνει μέχρι την Επανάσταση του ’21. Ο Γεώργιος Ζαβίρας, στην πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια αποτίμησης του έργου των Ελλήνων λογίων, από την Άλωση έως το 1804, και ο οποίος τελεύτησε ενώ συνέγραφε ακόμα το έργο του, θα επιγράψει το έργο του Νέα Ελλάς ή Ελληνικόν Θέατρον .
Ο Αδαμάντιος Κοραής, στο Υπόμνημά προς την Ευρώπην, γραμμένο στα γαλλικά το 1803 και απευθυνόμενο στην «Εταιρεία των Ανθρωποτηρητών» του Παρισιού, ένα από τα σημαντικότερα, μαζί με την Ελληνική Νομαρχία, κείμενα για την προεπαναστατική Ελλάδα, θα τοποθετήσει την απαρχή της αλλαγής στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα και θα εισαγάγει πρώτος (;) την ιδιαίτερη χρονολογική περιοδολόγηση του φαινομένου της διάδοσης των «φώτων» στην Ελλάδα, διαχωρίζοντας αυστηρά την παλαιότερη περίοδο «της αμαθείας» από τη νεότερη:
Κατὰ τὸ 1766 (δηλαδὴ 15 ἔτη µετὰ τὴν δηµοσίευσιν τῆς ἐγκυκλοπαιδείας), ἐφάνη τὸ πρώτον ἐν Ἑλλάδι φυσικὴ πειραµατικὴ µετὰ σχηµάτων, καὶ λογικὴ. […] Δύο ἀξιοσηµείωτα συµβεβηκότα συνετέλεσαν νὰ τοὺς καταστήσωσιν ἧττον πτωχοὺς καὶ νὰ ἐµπνεύσωσιν εἰς τὰ βαρυθυµούσας αὐτῶν ψυχᾶς, ἐὰν ὄχι τὸ τῆς ἀνέσεως καὶ τῆς ἐλευθερίας θάρρος, τουλάχιστον τὸ τῆς ἐλπίδος.
Το πρώτο ήταν ο πλουτισμός των Ελλήνων εμπόρων και η ανάγκη εκμάθησης ξένων γλωσσών, καθώς και της ιδρύσεως και επεκτάσεως των εκπαιδευτηρίων για τους γραμματικούς τους και τους γόνους των εμπόρων, το δεύτερο ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1769 (τα Ορλωφικά και η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή), συνέπεια του οποίου υπήρξε η γιγάντωση του ελληνικού ναυτικού και του εμπορίου , τέλος η Γαλλική Επανάσταση και οι πνευματικές της συνέπειες.
Οἱ Ἕλληνες µὴ βλέποντες τὰς ἐκπληκτικὰς εὐτυχίας τῶν Γαλλικῶν στρατευµάτων εἰµὴ, ὡς ἀποτέλεσµα τῶν φώτων... προσπαθοῦν νὰ πολλαπλασιάσωσι τὰ µέσα τῆς παιδείας των . [...]
Θέλεις χορηγήσει εἰς τὴν γραφίδα τῶν ἱστορικῶν τὸ πρώτον παράδειγµα τῆς ἀναγεννήσεως ἔθνους. Ἡ πτῶσις αὕτη, διὰ τὴν ὁποίαν σὲ ἐξέπληξαν τοσοῦτον, οὐδέποτε ὑπῆρξε τοσοῦτον ἐντελής, ὥστε νὰ σοῦ ἀφαιρέσῃ καὶ πᾶσαν αἴσθησιν τοῦ ἀρχαίου σου µεγαλείου.
Και καταλήγει:
Δὲν ἔλαβον τὸν κάλαµον, ὢ πατρίς µου, εἰµὴ διὰ νὰ ἀναγγείλω πρῶτος τὴν ἀρχοµένην ἀναγέννησίν σου εἰς τὴν Εὐρώπην.
Ο Κοραής δεν περιορίζεται στην περιγραφή των πνευματικών και εκπαιδευτικών εξελίξεων αλλά παρουσιάζει, –σε πλήρη αντίθεση με τους υποτιθέμενους επιγόνους του– όλες τις συνιστώσες της ελληνικής παλιγγενεσίας. Επί παραδείγματι, από τις πενήντα τρεις σελίδες του υπομνήματος, οι δώδεκα σχεδόν αφορούν στην ανάπτυξη του ναυτικού και την Ύδρα, οι επτά τους Σουλιώτες, κ.λπ.
Το κυριότερο κίνητρο για τον φωτισμό των Ελλήνων υπήρξε η επιθυμία της απελευθέρωσης, δεδομένου ότι αντιμετωπίζουν τις εκπληκτικές επιτυχίες των γαλλικών στρατευμάτων ως «αποτέλεσμα» και συνέπεια των φώτων. Το δε κίνημα του φωτισμού αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της «αρχόμενης αναγεννήσεως» της Ελλάδας, η οποία ανασυνδέεται με το «αρχαίον μεγαλείον» της.
Ο Κ.Θ. Δημαράς, που θα συστηματοποιήσει τη χρήση του όρου «διαφωτισμός» στη νεώτερη ελληνική ιστοριογραφία, ανάγει, όπως προαναφέραμε, την πρώτη εμφάνισή του «στα μέσα του περασμένου (19ου) αιώνα» . Πώς όμως χρησιμοποιείται ο όρος; Ο Δημαράς φαίνεται να ακολουθεί, mutatis-mutandis, την κοραϊκή «γραμμή», τόσο σε ό,τι αφορά το νόημα του όρου όσο και στη χρονολογική περιοδολόγηση:
Το σύνολο των πνευματικών και συνειδησιακών φαινομένων, όσα συμβαδίζουν με την γενική προαγωγή του Ελληνισμού, και πριν από τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, αλλά και, ιδίως, μετά, και των οποίων απόληξη πρέπει να θεωρήσουμε την Ελληνική Επανάσταση .
Και εδώ, σαφέστερα, ο διαφωτισμός συνδέεται με την Επανάσταση. Σε ό,τι αφορά «πιο στενά» τις χρονολογίες, στον Δημαρά, πρόκειται για την περίοδο 1774-1821. Όσο δε για τη δίσημη χρήση του όρου, χρονολογική ή ειδολογική διάκριση, στην οποία θα επιμείνουμε ιδιαίτερα στη συνέχεια, δεν αφήνει καμία αμφιβολία: επιλέγει τη χρονολογική περιοδολόγηση:
Πριν αναλύσουμε τα συστατικά εκείνα όσα συνθέτουν τον ελληνικό Διαφωτισμό, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τις έννοιες με τις οποίες πρόκειται να κινηθούμε. Πρώτιστα για τον όρο «διαφωτισμός», οι όροι που χρησιμοποιεί ο ιστοριογράφος είναι συχνά δίσημοι, έχουν, δηλαδή, δύο έννοιες, από τις οποίες η μία χαρακτηρίζει το αντικείμενό της ειδολογικά και η άλλη χρονολογικά. Μιλούμε για Μεσαίωνα, για Ουμανισμό, για Αναγέννηση, για Διαφωτισμό, για Ρωμαντισμό, για Νατουραλισμό και εννοούμε μια συγκεκριμένη εποχή μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος. Συνάμα όμως μιλούμε για τον ρωμαντισμό ή για τον Διαφωτισμό στους αρχαίους Έλληνες ή για την Αναγέννηση των Ελλήνων στον 19ο αιώνα. Εδώ ο όρος Διαφωτισμός θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά στη χρονολογική του σημασία, δηλαδή αναφορικά με μια συγκεκριμένη περίοδο της νέας ελληνικής ιστορίας, είτε συνοδεύεται, είτε δεν συνοδεύεται από το επίθετο «ελληνικός» .
Αυτή η επιλογή δεν είναι αθώα ούτε τυχαία, συναρτάται με τη συνολική αποτίμηση του νεοελληνικού διαφωτισμού που κάνει ο Δημαράς, ως ένα ιδιαίτερο ελληνικό φαινόμενο που διαφορίζεται ουσιαστικά από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό («…το ελληνικό φαινόμενο… παρουσιάζει κάποια ιδιομορφία, απόκλιση από τον μέσο όρο του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού» ), εξαιτίας τόσο της ιδιαιτερότητας της νεοελληνικής πραγματικότητας (τουρκική κυριαρχία και απουσία προηγούμενης «Αναγέννησης»), όσο και της διατήρησης της αναφοράς στην αρχαία και τη βυζαντινή Ελλάδα. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, ο ελληνικός «Διαφωτισμός» αποτελούσε ταυτόχρονα και ένα κίνημα ρομαντικό που ίσως προηγείται και του γερμανικού ρομαντισμού, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στη Δύση και κατ’ εξοχήν στη Γαλλία, όπου Διαφωτισμός και Ρομαντισμός και αντιπαρατίθενται μεταξύ τους ως πνευματικά ρεύματα και το ένα διαδέχεται το άλλο.
Ο Ευάγγελος Παπανούτσος, στην εισαγωγή του στη Νεοελληνική Φιλοσοφία, σε συμφωνία με το σχήμα του Δημαρά, θα μιλήσει για τρεις περιόδους, από το 1600 έως το 1821, εκείνη του «θρησκευτικού Ουμανισμού», μέχρι την πτώση της Κρήτης στα χέρια των Τούρκων, μια δεύτερη (1670-1774), που θα ονομάσει «αιώνα των Φαναριωτών» και την τρίτη (1775-1821), την οποία θα χαρακτηρίσει «Ελληνικό Διαφωτισμό» .
Σταδιακώς, όμως, και ιδιαίτερα στην περίοδο που ακολουθεί την πτώση της δικτατορίας των Συνταγματαρχών (ίσως και κατά τη διάρκειά της), παρατηρούμε μια διολίσθηση από την αυστηρά οριοθετημένη χρονολογικά και ειδολογικά κατηγορία προς μια χρονική και εννοιολογική επέκταση. Πράγματι, η παλαιότερη περιοδολόγηση επέμενε στην εποχή του Διαφωτισμού ως μία ιδιαίτερη περίοδο στην εξέλιξη των ιδεών και της παιδείας στην Ελλάδα, συνδεδεμένη με τα αντίστοιχα πνευματικά φαινόμενα που παρατηρούνται στη Δύση, παράλληλα με τις οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις και τα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα, που καταλήγουν ή κορυφώνονται στην επανάσταση του 21. Το σύνολο αυτών των διαδικασιών έχει χαρακτηριστεί ως ελληνική ή νεοελληνική αναγέννηση.
Σύμφωνα όμως με αυτή τη νέα οπτική, ο «διαφωτισμός» καταλαμβάνει μια ευρύτερη χρονική περίοδο και εκτοπίζει σταδιακώς τις δύο άλλες εκφάνσεις του συνολικού φαινομένου, την οικονομικο-κοινωνική και την πολιτικοστρατιωτική για να καταλάβει προνομιακά τον ιστορικό ορίζοντα και να μεταβληθεί σε ένα εγχείρημα ενταγμένο σε σαφείς πολιτικές και ιδεολογικές επιδιώξεις. Σχηματικά, δεν έχουμε πλέον να κάνουμε με την «ελληνική παλιγγενεσία», στα πλαίσια του οποίου εντάσσεται και το διαφωτιστικό φαινόμενο, αλλά με τον «Διαφωτισμό», παραπλήρωμα του οποίου καθίσταται η παλιγγενεσία!
Εξ άλλου, οι ιδεολογικές χρήσεις της ιστορίας, και μάλιστα της ιστορίας της νεοελληνικής Αναγέννησης (1700-1922), είναι χωρίς τέλος. Στην πρώτη μετεπαναστατική περίοδο, μέχρι το 1880 περίπου, το βάρος θα πέφτει στην περιγραφή των ιστορικών γεγονότων, στους προκρίτους, τους Φαναριώτες, τους κληρικούς, τους μεγαλέμπορους ευεργέτες και τους λογίους, σχεδόν αποκλειστικά σε ό,τι αφορά την εκπαιδευτική τους δραστηριότητα. Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, στην πρώτη επίτομη μορφή της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους που εκδόθηκε το 1853, δεν πραγματεύεται καθόλου την οικονομική και κοινωνική κατάσταση, αφιερώνει τρεις σελίδες στην πνευματική κίνηση της εποχής του Διαφωτισμού και εξήντα έξι στα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα της επαναστάσεως . Ο Αναστάσιος Γούδας, ίσως στο πλέον χαρακτηριστικό έργο της περιόδου (1872-1876), θα γράψει τους Παράλληλους Βίους σε οκτώ τόμους [Κατά σειράν, Κλήρος, Παιδεία, Πλούτος και Εμπόριον, Πλούτος και Θυσίαι, Συνεταιρισμός, Πολιτικοί Άνδρες Α΄, Πολιτικοί Άνδρες Β΄, Ήρωες της Ξηράς] , που θεματικά ρίχνουν το βάρος περισσότερο στους εμπόρους, τον κλήρο και τους πολιτικούς και πολύ λιγότερο στους αγωνιστές του 21.
Στη συνέχεια, θα φωτιστούν άλλες πλευρές που είχαν μείνει σχετικά σκοτεινές. Ο Σάθας, ο Βλαχογιάννης κ.ά. θα ανασύρουν μορφές των αγωνιστών, ενώ θα επιμείνουν και στην ένοπλη «προετοιμασία» της Επανάστασης, από τα Ορλωφικά, έως τους Σουλιώτες, τον Νικοτσάρα, τους Κολοκοτρωναίους, τον Βλαχάβα, τον Ζαχαριά, ενώ ο Νικόλαος Πολίτης θα αναφερθεί στη λαϊκή και δημοτική παράδοση. Τέλος, οι μαρξιστές, με πρωτοπόρους τον Γεώργιο Σκληρό («Το κοινωνικό μας ζήτημα»), τον Σεραφείμ Μάξιμο («Η Αυγή του ελληνικού καπιταλισμού»), τον Γιάννη Κορδάτο («Η κοινωνική σημασία της Επανάστασης του ’21», «Τα Αμπελάκια και ο μύθος για το συνεταιρισμό τους», κλπ.), και την πλειάδα που ακολούθησε (από τον Γιάννη Ζεύγο, τον Γιώργη Βαλέτα έως τον Νικόλαο Σβορώνο), θα επιμείνουν ιδιαίτερα στις οικονομικές και κοινωνικές διαστάσεις των φαινομένων, καθώς και στην αναβάθμιση του ρόλου των αγωνιστών και της Φιλικής Εταιρείας, υποτιμώντας ενίοτε τόσο την πνευματική κίνηση, όσο και τον ρόλο της Εκκλησίας και τις πολιτικές διεργασίες, ή ανάγοντάς τες απευθείας στην οικονομία. Ωστόσο, συνέβαλαν στο να φωτιστούν πλευρές που έως τότε είχαν μείνει ανεξερεύνητες ή σκοτεινές. Η «γενιά του ’30» (Κ.Θ. Δημαράς, Ευάγγελος Παπανούτσος), με το βάρος που θα δώσει στην κίνηση των ιδεών, θα προβάλει τον ρόλο των λογίων και των «φώτων» στη διαδικασία της ελληνικής παλιγγενεσίας.
Τέλος, στη μεταπολίτευση, και στα πλαίσια του γενικευμένου «εξευρωπαϊσμού» και της κυριαρχίας του «ευρωπαϊκού μαρξισμού», που επιμένει κατ’ εξοχήν στα «φαινόμενα του εποικοδομήματος», επιχειρείται μια σταδιακή αλλά καθολική αναθεώρηση της νεοελληνικής ιστορίας. Τα ιδεολογικά φαινόμενα και οι διαφωτιστές διανοούμενοι αναβαθμίζονται έναντι των λαϊκών αγωνιστών, της Εκκλησίας και των επαναστατικών γεγονότων. Ακόμα και οι οικονομικές και κοινωνικές διεργασίες μεταβάλλονται σε ένα απλό πλαίσιο αναφοράς. Από την υλική, στρατιωτική, εκπαιδευτική και ιδεολογική αναγέννηση του ελληνισμού, ο φακός επικεντρώνεται στην «περίοδο του διαφωτισμού», η οποία διευρύνεται τόσο ώστε να μεταβάλλεται σε αποκλειστικό κλειδί μελέτης, όχι μόνον της περιόδου, αλλά του συνόλου της νεοελληνικής ιστορίας. Η υπαρκτή αλλά δευτερεύουσα, στα πλαίσια της ελληνικής πραγματικότητας της τουρκοκρατίας, αντιπαράθεση «διαφωτισμού-σκοταδισμού», υποκαθιστά τόσο τις εθνικές όσο και τις κοινωνικές -ταξικές αντιπαραθέσεις.
Ορίζοντας τον ελληνικό «Διαφωτισμό» ως «παρακλάδι του ευρωπαϊκού», απορρίπτεται εμμέσως και κάποτε διακηρυγμένα η «ρομαντική» - αναγεννησιακή διάσταση του ελληνικού κινήματος, που εκφράζεται τόσο ως καταφυγή στην αρχαία Ελλάδα, όσο και στην παράδοση των πατέρων της Εκκλησίας και του Βυζαντίου, καθώς και ως επαναστατικός ρομαντισμός, ενός Ρήγα Βελεστινλή π.χ. Η ίδια η επιμονή στον «Διαφωτισμό» για να χαρακτηριστεί συλλήβδην η περίοδος που οδηγεί στην ελληνική Επανάσταση, εμπεριέχει την άρνηση της παλιγγενεσίας ως του περιέχοντος κινήματος και κατά συνέπεια επιτρέπει την μετάθεση του κέντρου βάρους από την σύγκρουση του ελληνισμού με τον οθωμανισμό, στην αντιπαράθεση μεταξύ «παράδοσης και εκσυγχρονισμού», και κάποτε μεταξύ Ορθοδοξίας και δυτικού Διαφωτισμού. Και όπως θα δούμε, αρκετοί θα αποτολμήσουν ανοικτά αυτό το βήμα.
Πλέον ένας ιδιόμορφος μαρξίζων ιδεοκρατισμός κυριαρχεί στους ακαδημαϊκούς κύκλους, και οι πολυποίκιλες –εθνικές και κοινωνικές– συγκρούσεις υποκαθίστανται από την αντίθεση πρόοδος-συντήρηση. Στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν οι κοινωνικές αντιθέσεις υπερτονίστηκαν από μια ορισμένη μαρξιστική σχολή (η Επανάσταση του ’21 ως «αστικοδημοκρατική» επανάσταση, όπου οι κοινωνικές αντιθέσεις μεταξύ του λαού και των αστών, από τη μία πλευρά, και των Τούρκων-κοτζαμπάσηδων-Φαναριωτών-ανώτερου κλήρου, ως ενός λίγο-πολύ ενιαίου στρατοπέδου, από την άλλη, συνιστούσαν την «κυρία αντίθεση» της περιόδου) και υποβαθμίστηκε η εθνική διάσταση. Στο εξής, η αντιπαράθεση φωταδισμού-σκοταδισμού, και πρωτίστως διαφωτιστών-Εκκλησίας, υποκαθιστά την αντίθεση ελληνικού λαού (στη διαταξικότητά του και παρά τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις) και Οθωμανών. Ένα τέτοιο σχήμα επιτρέπει τη γενικευμένη αναθεώρηση της νεότερης ιστορίας μας, κυρίως στους ακαδημαϊκούς κύκλους και στην εκπαίδευση.
Αυτές οι μετατοπίσεις του «φωτισμού» σε μία και μόνον όψη μιας ενιαίας διαδικασίας συνδέονται κάθε στιγμή με την ιστορική συγκυρία και τις κυρίαρχες πολιτισμικές και πολιτικές τάσεις: Κατά την εποχή του Βλαχογιάννη και του δημοτικισμού, θα αναβαθμιστεί ο ρόλος των αγωνιστών και των καπεταναίων, σε μια εποχή που ο ελληνισμός επιχειρούσε και πάλι με τη «μεγάλη ιδέα» να ολοκληρώσει την ημιτελή επανάσταση του 1821. Μετά το 1922 και την επίταση των εσωτερικών κοινωνικών συγκρούσεων, οι μαρξιστές θα επιμείνουν περισσότερο στους οικονομικούς μηχανισμούς και τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς στο εσωτερικό του υπόδουλου γένους. Και πράγματι, η οικονομική σκέψη και προβληματισμός θα είναι κυρίαρχος στους ιστορικούς μέχρι τα κείμενα του Κώστα Μοσκώφ και τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης.
Τέλος, οι «εκσυγχρονιστές» και μεταμοντέρνοι ιστορικοί των ημερών μας θα επιχειρήσουν, για πρώτη φορά σε τέτοια κλίμακα, την επικέντρωση, σχεδόν αποκλειστικά, στις εκπαιδευτικές και μορφωτικές διαδικασίες, και μάλιστα σε ένα μόνο μέρος τους, αυτό που χαρακτηρίζουν «νεωτερικές ιδέες» και εισαγόμενο «διαφωτισμό». Υποχωρεί τόσο ο οικονομικός προβληματισμός, όσο και η μελέτη των κοινωνικών συγκρούσεων, υποβαθμίζεται δραματικά η αναφορά στους εθνικούς αγώνες και τις πολεμικές συγκρούσεις και αναβαθμίζεται η λεγόμενη «ιστορία των ιδεών».
*Ο Γιώργος Καραμπελιάς είναι συγγραφέας και πολιτικός αναλυτής
*Σημείωση: Οι απόψεις των αρθρογράφων αποτελούν προσωπικές θέσεις και δεν αποτελούν τυχόν θέσεις του newshub.gr
-
14 Απριλιου 2026, 16:00Ηράκλειο: Καταγγελίες εργαζομένων καθαριότητας για «πειραματισμούς» και σοβαρές ελλείψεις προσωπικού -
15 Απριλιου 2026, 11:10Βολές στο κέντρο... της Τετάρτης! -
15 Απριλιου 2026, 07:05Γιώργος Αϋφαντής: Ο πόλεμος στο Ιράν, ευκαιρία για τα κυριαρχικά μας δικαιώματα! Ο Τραμπ στρατηγικά χαμένος! (podcast) -
14 Απριλιου 2026, 10:45Γιώργος Ευαγγέλου: Ο ήλιος την άνοιξη είναι ύπουλος, δουλεύει σιωπηλά και το δέρμα το θυμάται! Ο επικίνδυνος μύθος με τις ελιές! (podcast) -
15 Απριλιου 2026, 15:42Ανθρωποκυνηγητό στην Κρήτη: Δραπέτης φυλακών έκανε δύο επιθέσεις με μαχαίρι μέσα σε λίγη ώρα -
14 Απριλιου 2026, 15:28Καιρός: Αφρικανική σκόνη από σήμερα και στην Κρήτη – Έρχονται λασποβροχές και υψηλές θερμοκρασίες, αναλυτική πρόγνωση
