Η έννοια του Κρυφού Σχολειού στην περίοδο της Τουρκοκρατίας (μέρος Β)
αγαπημένα σου στη Google
ΜΕΡΟΣ Β
Ἑλληνικῶν δὲ χαρίτων τὸ κλέος βαρὺς ὤλεσεν αἰών, βαρβαρικοῖς δαμάσας ἤθεσιν ἀγλαϊήν.
Θεοδόσιος Ζυγομαλάς
Τρεις αιώνες περίπου μετά το γράμμα αυτό του Ζυγομαλά προς τον Γερμανό ουμανιστή φιλέλληνα Μαρτίνο Κρούσιο,[15] ένας άλλος φιλέλληνας, ο Άγγλος στρατιωτικός Leicester Stanhope, γράφει τον Δεκέμβριο του 1823 σε μια επιστολή του από το επαναστατημένο Μεσολόγγι, προς τον γραμματέα της Ελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου John Bowring:
Είναι συνήθειά μου, όταν με επισκέπτονται οι ντόπιοι […] να τοποθετώ το θέμα έτσι που να τους ενδιαφέρει και να ενεργοποιεί το μυαλό τους […] μιλώντας για την εκπαίδευση, θρηνώ που οι τούρκοι κυρίαρχοι είχαν στερήσει τα παιδιά τους από τα μέσα να αποκτήσουν εκείνη τη μόρφωση, την οποία τόσο ένδοξα κατείχαν οι μεγάλοι πρόγονοί τους.[16]
Μια εδραιωμένη ιστορική πεποίθηση, που βεβαιώνεται σε βάθος τριών αιώνων, είναι μάλλον επιπόλαιο να την αγνοεί ο ιστορικός. Αυτό που τα έξοχα ελληνικά του Ζυγομαλά βεβαιώνουν, ο βαρύς οθωμανικός αιώνας του 1581 και το θάψιμο της ελληνικής πνευματικότητας κάτω από τον οθωμανικό ζυγό, στο γράμμα του Στάνχοπ το 1823 έχει φυσικά μετατραπεί σε συνείδηση: Το θέμα ενδιαφέρει τους ντόπιους και ενεργοποιεί το μυαλό τους. Ποιο είναι το θέμα; Η γενικευμένη αμάθεια, ο πλήρης αποκλεισμός των ελληνικών πληθυσμών από κάθε στοιχείο εκπαίδευσης, σε μια εποχή που η Δύση έτρεχε ορμητικά προς τη δική της Αναγέννηση.[17]
Τι σημαίνει η φράση του Στάνχοπ, ότι ενεργοποιεί το μυαλό των ντόπιων η αναφορά στην έλλειψη παιδείας; Σημαίνει πως είναι ιστορικό τους βίωμα αυτή η έλλειψη. Και αυτό που είναι ιστορικό βίωμα δεν έχει πλέον ανάγκη τεκμηρίωσης, αλλά ιστορικής κατανόησης. Τι άραγε να είχαν στο μυαλό τους ο Πολέμης, ο Γύζης και ο ανώνυμος του περίφημου δημοτικού τραγουδιού «Φεγγαράκι μου λαμπρό»; Ιδού η απορία.
Αλλά ας συνεχίσουμε με παραθέματα, που τόσο πολύ ευχαριστούν τη θετική επιστήμη και ικανοποιούν τις απορίες της: Γράφει από τη Θεσσαλονίκη του 15ου αιώνα, ο λόγιος Ανδρόνικος Κάλλιστος:
Ὦ παῖδες ἄθλιοι, οἵ τε νῦν ὄντες καὶ ἐσόμενοι, τίς ὑμᾶς θρέψει καὶ παιδαγωγήσει, καὶ τὸ δέον διδάξει τῆς κοινῆς τροφοῦ καὶ διδασκάλου φθαρείσης; Συβόται πάντως ἔσεσθε καὶ βουκόλοι, καὶ πέτρας καὶ ὄρη καὶ κρημνοὺς ἕξετε πόλιν.[18]
Πάλι μερικούς αιώνες μετά, από τις Μηλιές αυτή τη φορά, ο γνωστός μας ιεροδιάκονος-διαφωτιστής Γρηγόριος Κωνσταντάς γράφει τον Σεπτέμβριο του 1832 σε επιστολή που απευθύνεται εμμέσως προς τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως:
Ἐγὼ ὁ ἄθλιος ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιστρέψω εἰς τὴν πατρίδα μου, νὰ ἀνοίξω πάλιν τὸ σχολεῖον μου καὶ νὰ διδάσκω ἐν αὐτῷ εἰς τὴν νεολαίαν τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν, τὴν χριστιανικὴν ἠθικήν. Φοβοῦμαι ὅμως […] καὶ τοὺς περιοικοῦντας ὀθωμανούς, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ ἐκλάβουν τὸ πρᾶγμα ἀλλέως, παρά εγώ το μεταχειρίζομαι. Ὅθεν παρακαλῶ […] νὰ συσκεφθῆτε ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ δοθῇ βασιλικὸν φιρμάνι ὑπερασπίζον τὸ σχολεῖον τοῦτο ἀπὸ […] τῶν περιοίκων ἀλλογενῶν ἐνδεχομένας καταδρομάς.[19]
Εδώ οι αιώνες που παρεμβάλλονται μεταξύ των παραθεμάτων γίνονται τέσσερις. Και έτσι, καθίσταται ακόμη πιο εμφανές το πρόβλημα: Εάν, ακόμη και στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, λίγα χρόνια μάλιστα πριν την οθωμανική μεταρρύθμιση του Χάτι Χουμαγιούν, αν ακόμη δηλαδή και τότε ένας Έλληνας δάσκαλος δεν μπορούσε ελεύθερα να ιδρύσει σχολείο χωρίς τη σουλτανική έγκριση, διότι το πράγμα θα μπορούσαν να το εκλάβουν «ἀλλέως οἱ περιοικοῦντες ὀθωμανοί», τότε μπορούμε να φανταστούμε πόσον αλλέως εκλάμβαναν το ίδιο πράγμα οι «περιοικοῦντες ὀθωμανοί» στον σκοτεινό 15ο αιώνα, όταν οι υπόδουλοι ευρίσκοντο ακόμη εν στόματι μαχαίρας.
Το πράγμα μιλάει από μόνο του. Η αποκαλυπτική επιστολή Κωνσταντά από το 1832, δίνει την πραγματικότητα: Ακόμα και η Σχολή των Μηλεών, ένα από τα κέντρα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, είναι ουσιαστικά ένα «Κρυφό Σχολειό», εφόσον βρίσκεται υπό την απειλή της κατακτητικής κοινωνίας και η λειτουργία της απαιτεί ειδική προστασία. Αλλά ας συνεχίσουμε αυτή τη διαφωτιστική παράθεση γεγονότων. Τι μας λέει ο Κάλλιστος; Πως οι παίδες, αγράμματοι χοιροβοσκοί, χωρίς δάσκαλο και χωρίς σχολεία, τρέχουν αναγκαστικά προς τους κρημνούς να φτιάξουν τις νέες τους κοινότητες. Εκεί πάνω, σχεδόν κρυμμένοι δηλαδή, μακριά από την οθωμανική εξουσία, στα νέα τους χωριά. Κρυφοί. Αυτό είναι σαφές.
Και γιατί είναι ακόμα «κρυφά» τα χωριά; Διότι ο κατακτημένος πρέπει να αποφύγει την έκθεση στη βαριά φορολογία του κάμπου αφενός, και ακολούθως στον βίαιο εξισλαμισμό και το εξοντωτικό παιδομάζωμα. Όσο πιο μακριά, τόσο πιο καλά. Οι πληροφορίες της Cosmographie Universelle του Thevet (1575) ή του Λάσκαρι (1508) βεβαιώνουν τη μαζική φυγή προς τα βουνά για την αποφυγή όλων των οθωμανικών βαρών και κυρίως του παιδομαζώματος.[20] «Οι χωρικοί, άνδρες ρωμαλέοι, μισούν τους Τούρκους, ιδιαίτερα οι βουνήσιοι […] σε πολλές ορεινές περιοχές οι Τούρκοι φοβούνται να ριψοκινδυνέψουν και εισπράττουν μόνο το χαράτσι», λέει ο Λάσκαρις.[21]
Ταυτόχρονα, μαζί με το παιδομάζωμα, οι βίαιοι εξισλαμισμοί, αμέσως μετά την Άλωση, επιτείνονταν από τη διαπιστωμένη «…άνοδο του θρησκευτικού φανατισμού σε ορισμένα στρώματα της μουσουλμανικής κοινωνίας, ενώ πολλές σουλτανικές και βεζυρικές διαταγές υπενθύμιζαν στους μουσουλμάνους την αυστηρή τήρηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Άλλες ανανέωναν παλαιότερες θρησκευτικές απαγορεύσεις (όπως το διάταγμα του σουλτάνου Μεχμέτ Δ΄ το έτος 1662, για αυστηρή απαγόρευση επανοικοδόμησης κατεστραμμένων εκκλησιών)».[22] Νάτες λοιπόν οι καταδρομές των αλλογενών του Κωνσταντά, που φτάνουν μέχρι και το 1832, και να γιατί οι ερημώσεις των πεδινών χωριών και η φυγή προς τα όρη, προς τα απόκρυφα χωριά, στους πρώτους αιώνες της οθωμανικής κατάκτησης. Αλλά εάν είναι κρυφά τα χωριά τους, τα σκοτεινά και υποτυπώδη σχολεία τους μέσα στις ετοιμόρροπες εκκλησίες τι θα είναι; Φανερά;
Ας δώσουμε τον λόγο στον Ζυγομαλά, που μάλλον κάτι παραπάνω θα ήξερε, γράφοντας στον Κρούσιο:
Πάντα ταῦτα (φεῦ) δεδουλωμένα δουλείᾳ Ἀγαρηνῶν, καὶ οὐκ ἔχοντα τὰς ἐλευθέρους ἐπιστήμας […] Τὸ δ’ αἴτιον, ὅτι αἱ κακώσεις καὶ αἱ συζητήσεις τῶν τυραννούντων δεινά […] Σοφίαν γὰρ ἢ μαθήματα, δοῦλοι ὄντες νῦν, οὐκ ἔχομεν […] Ἀπολέσαντες γὰρ ἡμεῖς βασιλείαν, καὶ σοφίας ἐστερήθημεν, βαρβαρωθέντες ἐν βαρβάροις χρονίως, καὶ ἀνανεύειν ταῖς δυστυχίαις κωλυόμενοι […] Ἡμεῖς γὰρ ὀνόματι Ἕλληνες.[23]
Αλλά εάν τα γραφόμενα του Κρούσιου και του Ζυγομαλά είναι κάπως δυσανάγνωστα για τον ιστορικό που ειδικεύεται στον 19ο ή τον 20ο αιώνα –διότι κυρίως από τον χώρο αυτό προκύπτει η μανία εναντίον του Κρυφού Σχολειού– δεν υπάρχει εμπόδιο και για τα γραφόμενα του «φιλοοθωμανού» Σχολαρίου, τα οποία πιο καθαρά μπορεί να τα διαβάσει κάποιος αναδημοσιευμένα:
Ἀλλὰ νῦν, φεῦ τῶν κακῶν! ἀπώλετο πᾶν […] Ποῦ τὰ παιδευτήρια τῆς σοφίας; […] Κατεπόθησαν ὑπὸ τοῦ Μωάμεθ.[24]
Αλλά ακόμη και για την προνομιακά προστατευμένη Ορθόδοξη Εκκλησία, τα πράγματα, ακόμη και μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα, δεν ήταν καθόλου καλύτερα. Πλήθος αδιαμφισβήτητων μαρτυριών, πασίγνωστων στους μελετητές της περιόδου αυτής, δείχνει την πραγματική κατάσταση του ορθόδοξου κλήρου υπό τον οθωμανικό ζυγό. Στις πόλεις σπανιότατα επιτρεπόταν η ανέγερση ναού, και πάντα με ειδική άδεια, ενώ όσοι ναοί βρίσκονταν κοντά σε μουσουλμανικούς χώρους κατεδαφίζονταν. Οι διάδοχοι του Μωάμεθ σουλτάνοι «…απαιτούσαν να μετατραπούν οι περισσότεροι χριστιανικοί ναοί σε τζαμιά […] μόνο 3 από τους ναούς της πάλαι ποτέ Βασιλεύουσας διατηρήθηκαν», ενώ οι καταστροφές ναών ήταν συχνότατες, με κορυφαίο παράδειγμα την τουρκοκρατούμενη Κρήτη, μετά το 1669.[25] Οι μεγάλοι διωγμοί εναντίον των χριστιανών επί Σελήμ Α΄ (1520) και Μουράτ Γ΄ (1577) είχαν ως αποτέλεσμα οι εκκλησίες «…κατ’ ἀνωτέραν διαταγὴν νὰ κατεδαφισθοῦν, ἠναγκάσθησαν δὲ οἱ χριστιανοὶ νὰ ἀνεγείρωσι νέας ξυλίνας. Περὶ τὸ 1600 ἔτος ἀφήρεσαν πάλιν οἱ ὀθωμανοὶ πάσας τὰς λαμπρὰς ἐκκλησίας ἐχούσας θόλον, ἐπιτρέψαντες τοὺς χριστιανοὺς νὰ κτίζωσι μόνον χθαμαλοὺς καὶ προσγείους ναούς. Ἀπὸ δὲ τοῦ 1730 μηδὲ νὰ διορθῶσι τὰς ἐκκλησίας ἠδύναντο […] ἀλλ’ οὐδὲ τοὺς πέριξ αὐτῶν οἰκίσκους τῶν κληρικῶν ἠδύναντο οἱ χριστιανοὶ νἀ ἐπιδιορθῶσιν. Οἱ ὀθωμανοὶ ἠρεύνων τὰς ἐκκλησίας ἐπιμελῶς, καὶ ἂν εὕρισκον ἔστω καὶ ἧλον ἕνα ἢ κέραμον, κατεδίωκον τοὺς χριστιανοὺς ἢ διέτασσον τὴν κατεδάφισιν».[26] Εντός αυτών των ημικατεστραμμένων ναών και οικίσκων λοιπόν των κληρικών, διδάσκονταν κάποια κολλυβογράμματα. Η αμφιβολία για την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού είναι μάλλον σχολαστικό ζήτημα.
===============================
Ο Άγγλος περιηγητής Sir Paul Riceut έγραψε το 1678, κατά παραγγελία του βασιλιά Καρόλου Β΄, τη μελέτη The Present State of the Greek and Armenian Churches. Εκεί γράφει:
Είναι τραγική η μετατροπή των ναών σε τζαμιά […] και το γεγονός ότι τα μυστήρια της Αγίας Τράπεζας τελούνται κρυφά, σε σκοτεινά μέρη. Γι’ αυτόν τον λόγο, στις πόλεις και τα χωριά που ταξίδευσα, είδα περισσότερες κρύπτες και μνήματα, παρά εκκλησίες, με τις στέγες τους εξισωμένες με την επιφάνεια της γης, για να μην κατηγορηθεί η πιο κοινή οικοδομική […] για τάσεις θριάμβου και ανταγωνισμού με τους υψηλούς μιναρέδες των οθωμανικών τζαμιών.[27]
«Κρυφά», λοιπόν, «σε σκοτεινά μέρη». Από πού να προήλθε άραγε η βεβαιότητα του Γύζη; Όχι από το κενό. Τα θετικά τεκμήρια για το θέμα μας είναι τόσο πολλά και τόσο σαφή και εξηγούν τόσο καλά την προφορική παράδοση, που χωρίς καμιά επιστημονική επιφύλαξη θα μπορούσαμε να σταματήσουμε εδώ. Αλλά ας συνεχίσουμε, καθότι βαδίζουμε σε στέρεο έδαφος.
Εάν η προνομιούχος Εκκλησία αντιμετώπιζε τέτοιου είδους απαγορεύσεις, μπορεί κανείς να υποθέσει βασίμως πως και η εκπαίδευση –η ελάχιστη έως ανύπαρκτη– που παρεχόταν συχνά εν κρυπτώ μέσα στις σκοτεινές εκκλησίες θα αντιμετώπιζε ανάλογα προβλήματα. Εξάλλου, η ίδια η μορφωτική κατάσταση των ιερέων και των μοναχών ήταν την εποχή αυτή πραγματικά οικτρή:
Ἡ παιδεία τοῦ κλήρου ἦτο λίαν μικρά, περιοριζομένη συνήθως εἰς τὰς γνώσεις τοῦ ἀναγιγνώσκειν καὶ τοῦ γράφειν. Μὴ ὑπαρχόντων σχολείων πρὸς μόρφωσιν τοῦ κλήρου, ἡ προπαρασκευὴ εἰς τὸ τοῦ κληρικοῦ στάδιον ἦτο μόνον πρακτική.[28]
Ο Ζυγομαλάς, στη συνομιλία του τού 1581 με τον Μαρτίνο Κρούσιο, επισημαίνει, όσο πιο ξεκάθαρα μπορεί, πως χάθηκε «…σοφία καὶ τῶν μαθημάτων ἐπιστῆμαι, αἱ τέχναι αἱ ἄρισται, ἡ εὐγένεια, τὰ ὅπλα, ὁ πλοῦτος, ἡ παίδευσις καὶ ὁ λοιπὸς τῶν χαρίτων χορός […] θρηνῶν τὴν Ἑλλάδος καταστροφήν […] ἠφανισμένα καὶ λείψανον μόνον τι φέροντα τῶν πάλαι καλῶν καὶ τῆς τότε εὐδαιμονίας. Δώη δὲ Θεός ποτε ἄνεσιν καὶ ἐλευθερίαν, τήν τε εἰς τὸ ἀρχαῖον ἀποκατάστασιν».[29]
Η εντυπωσιακή κατάληξη του Ζυγομαλά είναι εδώ η υποδήλωση της συναίσθησης της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού και κυρίως του αιτήματος της ελευθερίας, προς αποκατάσταση του αρχαίου καθεστώτος της Ελλάδος. Ήδη, από τον 16ο αιώνα δηλαδή, μέσα από τους κόλπους και αυτού του «προνομιούχου» Πατριαρχείου, ένα ανώτερο εκκλησιαστικό στέλεχος διατυπώνει ένα αίτημα που ούτε καν ο Κοραής, τρεις αιώνες μετά, δεν διατύπωσε με τόση σαφήνεια, όταν ήρθε η ώρα του ’21. Το σαφές αίτημα του Ζυγομαλά δείχνει πως η θέση ότι «…η έννοια της εθνικής απελευθέρωσης ήταν απλώς έξω από κάθε δυνατότητα σκέψης στα εκκλησιαστικά περιβάλλοντα. Ήταν, δηλαδή, αδιανόητη» είναι εσφαλμένη και εκφράζει έναν πρωτόγονο αντικληρικαλισμό, εντελώς ξένο προς την παράδοση και την ιστορία του νέου ελληνισμού.[30]
Γίνεται λοιπόν περισσότερο από σαφές ποιο ήταν το καθεστώς εκπαίδευσης των ελληνορθόδοξων πληθυσμών στους πρώτους σκοτεινούς αιώνες της κατάκτησης. Οπότε, ποια είναι τα τεκμήρια της ανυπαρξίας του Κρυφού Σχολειού; Πρόκειται για δύο φράσεις: μία του Βλαχογιάννη και μία του Γεδεών – αυτές χρησιμοποιεί και ο Αγγέλου στο δοκίμιό του. Αυτές οι δύο και μόνον φράσεις μοιάζουν αδύναμες φυσικά για να σηκώσουν ένα τόσο βαρύ ερμηνευτικό φορτίο, απέναντι στην πληθώρα των τεκμηρίων που σωρεύτηκαν επί αιώνες και μικρό μέρος των οποίων επιλεκτικά εδώ χρησιμοποιήσαμε. Αλλά και αυτές οι δύο φράσεις, σωστά διαβασμένες, αποδίδουν, πέραν πάσης αμφιβολίας, το περιεχόμενο της έννοιας «Κρυφό Σχολειό». Ας τις δούμε.
Πρώτα τον Βλαχογιάννη: «…δεν είδα καμιά ιστορική μαρτυρία που να βεβαιώνει την ύπαρξη κρυφού σχολειού […] έξω από το τραγούδι».[31] Αλλά το να μην είδε ο Βλαχογιάννης κάτι, αυτό σε καμία περίπτωση δεν είναι απόδειξη ιστορική, πολύ περισσότερο όταν γνωρίζουμε τις θετικές μαρτυρίες και κυρίως όταν γνωρίζουμε το ιστορικό βίωμα – τονίσαμε ήδη τη διαφορά ανάμεσα στη φυσική και την ιστορική παρατήρηση. Αλλά ο ίδιος ο Βλαχογιάννης θα επανέλθει με σοβαρή διευκρίνιση:
Σε όσα χωριά το μοναστήρι ήταν πάρα πολύ μακρυά […] έπρεπε το παιδί να κινήση συντροφιά με άλλα, αξημέρωτα και να τραβάη ανάμεσα σε άγριο λόγγο για το μοναστήρι. Το περίφημο παιδικό τραγούδι έχει εκεί την εφαρμογή του. Φεγγαράκι μου λαμπρό […] Το αθώο αυτό νανούρισμα οι ρητοροδιδάσκαλοι το κολλήσανε στο ανύπαρκτο κρυφό σχολειό. Κρυφό σχολειό πουθενά δε στάθηκε σε χωριά ή σε χώρες. Οι Τούρκοι ποτέ δεν απαγόρεψαν τα σχολειά. Θα τ’ απαγόρευαν αν ήτανε κρυφά, σε χώρες βέβαια όπου ζούσανε μαζί με Χριστιανούς και Τούρκοι.[32]
Άρα ο Βλαχογιάννης παραδέχεται πως κάπου «έχει την εφαρμογή του» το ζήτημά μας και τονίζει πως αυτό γινόταν σε μέρη «…όπου ζούσανε μαζί με Χριστιανούς και Τούρκοι». Αλλά τέτοια μέρη ήταν όλες οι πόλεις της αυτοκρατορίας και όλα σχεδόν τα μεγάλα χωριά, πλην των απρόσιτων ορεινών κοινοτήτων. Φυσικά, κάνει λάθος όταν λέει ότι οι Τούρκοι δεν απαγόρευσαν ποτέ σχολειά. Τυχαία, από τον 19ο ακόμα αιώνα, σταχυολογούμε:
Πρό τινος καιροῦ εἶχον συστηθῆ ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν Χανίων καὶ τῆς Ρεθύμνης δύο ἀλληλοδιδακτικὰ σχολεῖα. Ἂν καὶ ἡ περὶ τῆς συστάσεως αὐτῶν ἄδεια ἠγοράσθη διὰ ἁδρᾶς δαπάνης, καὶ ἡ διδασκαλία ἦτον ἡ συνήθης, τὰ σχολεῖα ταῦτα ἐθεωρήθησαν σχολεῖα ἀποστασίας καὶ πολέμου, ἐκλείσθησαν μεσοῦντος τοῦ Μαρτίου, καὶ οἱ διδάσκαλοι ἐφυλακίσθησαν. Κατ’ αἴτησιν δὲ τοῦ ὄχλου ἐφυλάκισεν ὁ πασᾶς τῶν Χανίων, Λατίφης, ἀρχομένου τοῦ Μαΐου, καὶ τὸν ἐπίσκοπον Κισάμου, ὡς δῆθεν ὑποκινοῦντα εἰς ἐπανάστασιν τοὺς χριστιανούς. Μετὰ δέ τινας ἡμέρας, ὀχλαγωγίας δευτέρας γενομένης, φοβηθεὶς παρέδωκε τὸν δυστυχῆ ἐπίσκοπον εἰς τὸν ὄχλον […] παραλαβὼν ὁ ὄχλος τὸν ἐπίσκοπον, τὸν ἐβασάνισε, τὸν ἐπόμπευσεν ἡμίγυμνον διὰ τῶν ὁδῶν καὶ τὴν 19ην τὸν ἐκρέμασεν ἔξω τῆς πόλεως. Ἐκρέμασε συγχρόνως καὶ τὸν διδάσκαλον τοῦ ἀλληλοδιδακτικοῦ.[33]
Την ίδια πραγματικότητα έχει υπόψη του και ο Ι. Ρίζος-Νερουλός:
Οἱ Τοῦρκοι ἀπηγόρευον ἐπὶ κεφαλικῇ ποινῇ τὴν οἰκοδομὴν νέων ἐκκλησιῶν […] Ἠμπόδιζον δὲ διὰ τῆς αὐτῆς αὐστηρότητος καὶ τὴν καθίδρυσιν δημοσίων σχολείων, φοβούμενοι μήπως οἱ χριστιανοὶ διδασκόμενοι ἀποβῶσι δοῦλοι ἐπικίνδυνοι καὶ δυσκυβέρνητοι.[34]
Εάν όμως αυτά συνέβαιναν τον 19ο αιώνα, τι άραγε γινόταν τον 15ο; Μας το είπαν ήδη οι Ζυγομαλάδες. Επομένως, το επιχείρημα αυτό είναι σαθρό. Και είναι το μόνο εναντίον του Κρυφού Σχολειού, εκ μέρους του Βλαχογιάννη, διότι ο δεινός ιστοριοδίφης, με την αίσθηση της ιστορίας που έχει, μαρτυρεί και την αλήθεια:
Σε όσα χωριά το μοναστήρι ήταν πάρα πολύ μακρυά […] έπρεπε το παιδί να κινήση συντροφιά με άλλα, αξημέρωτα και να τραβάη ανάμεσα σε άγριο λόγγο για το μοναστήρι.
Δηλαδή, να τραβάει για το σχολειό του μέσα στη νύχτα, κρυφά δηλαδή, με τον λογικό φόβο του Κωνσταντά, για τις πιθανές καταδρομές των αλλογενών, που συχνά έπαιρναν πάντα το πράγμα «αλλέως πως».
Αυτά με τον Βλαχογιάννη. Ο ιστοριοδίφης μας δεν απέδειξε απολύτως τίποτα θετικά, τη γνώμη του είπε απλώς, σχετικοποιώντας την όμως δραστικά με τις διευκρινίσεις του, επιβεβαιώνοντας έτσι πλήρως και την ουσία της προφορικής παράδοσης: Ελληνική θύραθεν εκπαίδευση στα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας δεν υπήρξε. Αυτή που υπήρξε ήταν αποκλειστικά εκκλησιαστική και, φυσικά, εξαιτίας των δυσμενών συνθηκών της κατάκτησης, κατ’ ουσίαν απόκρυφη – πώς λοιπόν να απαγορευθεί κάτι το οποίο δεν υπήρχε;
Και πάμε τώρα στο δεύτερο των επιχειρημάτων, σ’ αυτό του Μανουήλ Γεδεών. Τι μας λέει ο πατριαρχικός αξιωματούχος, μόλις το 1939:
Μέχρι σήμερον οὐδαμοῦ ἀνέγνων ἐν ὁμαλῇ καταστάσει πραγμάτων […] βεζίρην ἢ ἀγιάννην ἢ σουλτάνον ἐμποδίσαντα σχολείου σύστασιν ἢ οἰκοδομήν.
Το ότι ο εκπρόσωπος του Πατριαρχείου, ενός οθωμανικού θεσμού, δεν έχει κανένα λόγο να δει κρυφά ή απαγορευμένα σχολειά στην επικράτειά του, την εκπαίδευση της οποίας έχει ο θεσμός του αναλάβει από αιώνες, νομίζω είναι εμφανές: Δεν είναι αδέκαστος κριτής ο Γεδεών. Αλλά σαν καλός ιστορικός που είναι κι αυτός, βάζει την κρίσιμη αναιρετική φράση, προς χρήσιν των ευφυών φιλιστόρων: «ἐν ὁμαλῇ καταστάσει πραγμάτων». Και την επαναλαμβάνει δις, τονίζοντάς την έντονα:
Ἡ τουρκικὴ κυβέρνησις, ἀνεχομένη τὴν χριστιανικὴν θρησκείαν, ἐγίγνωσκεν, ὅτι εἰς τοὺς ναοὺς ἀναγιγνώσκουσι καὶ ψάλλουσιν οἱ παπᾶδες καὶ οἱ ψάλται, καὶ ὅτι τὰ ἀναγινωσκόμενα καὶ ψαλλόμενα ἔπρεπε νὰ διδάσκωσι ἐγκαίρως, καὶ συνεπῶς οὐδέποτε ἐν ὁμαλῇ καταστάσει πραγμάτων ἠμπόδισε τὴν ἐν νάρθηξι καὶ κελλίοις διδασκαλίαν.[35]
Δηλαδή; Εν μη ομαλή; Ο Γεδεών μάς λέει εμμέσως, πλην σαφώς, με τη διπλωματική οξύνοια ενός Φαναριώτη, πως βεζίρηδες και αγιάννηδες, εν μη ομαλή καταστάσει, όταν εκλάμβαναν το πράγμα «αλλέως», φυσικά και πιθανόν να απαγόρευαν ενίοτε και σχολειά – αυτή ήταν η δουλειά τους. Αλλά πόσο ομαλή κατάσταση πραγμάτων είναι μια κατάκτηση; Όχι και τόσο. Η ομαλότητα της κατάστασης στην οποία αναφέρεται ο Γεδεών, και το πόσο ελεύθερη είναι η εκπαίδευση των κατακτημένων, μπορούν να συναχθούν και από το γεγονός πως το πρώτο τυπογραφείο που τόλμησε να ιδρύσει μέσα στην ίδια την Κωνσταντινούπολη ο πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις το 1627, με τη βοήθεια του μοναχού Νικόδημου Μεταξά, κατέληξε τον Ιανουάριο του 1628 στη βίαιη επέμβαση των γενιτσάρων, οι οποίοι κατάσχεσαν τον εξοπλισμό και έκλεισαν το τυπογραφείο. «Μόλις κατά το β΄ μισό του 18ου αιώνα θα εξέδιδε πάλι βιβλία το Οικουμενικό Πατριαρχείο».[36]
Και επομένως, επειδή ο Γεδεών γνωρίζει καλά τα τεκταινόμενα, κυρίως στις μικρασιατικές επαρχίες –αναφέρεται μάλιστα σε δύο περιπτώσεις καταστροφής ελληνικών σχολείων από Οθωμανούς, το 1843 και το 1881, στον Εύξεινο Πόντο και τη Χάλκη, τις οποίες «θυμάται αμυδρώς»–, παρακάμπτει την πραγματικότητα και παραμένει στον εξωραϊσμό: «οὐδαμοῦ ἀνέγνων […] ἐν ὁμαλῇ καταστάσει». Φυσικά.
Αυτά είναι τα δύο μοναδικά επιχειρήματα που υποτίθεται τεκμηριώνουν την ανυπαρξία του Κρυφού Σχολειού, ενώ εμμέσως, πλην σαφώς, την επιβεβαιώνουν. Και έτσι, τελειώνοντας εν συντομία με τα πενιχρά αυτά επιχειρήματα εναντίον της προφορικής παράδοσης του Κρυφού Σχολειού, ας ολοκληρώσουμε, πάλι εν συντομία, με τη σωρεία των ενδείξεων που επιβεβαιώνουν την εγκυρότητα της σχετικής παράδοσης. Ποιοι μιλάνε για το Κρυφό Σχολειό στα νεώτερα χρόνια; Όλοι σχεδόν οι λόγιοι του 18ου και του 19ου αιώνα, έτσι όπως συστηματικά τους παρουσιάζει ο Άλκης Αγγέλου στο δοκίμιό του. Πρώτος και καλύτερος, ο φίλος του Κοραή Στέφανος Κανέλλος, και ακολούθως ο Γερμανός Carl Iken. Και οι δύο τονίζουν πως οι Τούρκοι εμπόδιζαν τα σχολεία.[37]
Στη συνέχεια το πράγμα περνάει σχεδόν σε όλους. Η παράταξη είναι ατελείωτη: Κούμας, Βάμβας, Οικονόμος, Μαυροκορδάτος, Ι. Ρίζος-Νερουλός, Φρεαρίτης, Φίλιππος Ιωάννου, Tuckermann, Δραγούμης, Χασιώτης – όλοι αυτοί, λόγιοι που κινούνται μέσα στο κλίμα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού ή του Ρομαντισμού, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θεωρούν ως δεδομένη την παράδοση του Κρυφού Σχολειού, υπό την έννοια κυρίως μιας εκπαίδευσης που υφίσταται τις ίδιες δεσμεύσεις και απαγορεύσεις που λογικά συνοδεύουν ένα καθεστώς υποδούλωσης. Γνωρίζουν βεβαίως και τη σχετική φιλολογία, από τον Κρούσιο και μετά. Επομένως, είναι ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός που στα νεώτερα χρόνια εισφέρει την ιδέα του Κρυφού Σχολειού και όχι η Ορθόδοξη Εκκλησία. Όπως είδαμε στην περίπτωση Γεδεών, η Εκκλησία δεν έχει κανένα λόγο να αποφανθεί θετικά για το Κρυφό Σχολειό, όπως εξάλλου χαρακτηριστικά το βλέπουμε επίσης και στην σημερινή αρνητική θέση του π. Γ. Μεταλληνού:
Με την έννοια ότι την οργανωμένη παιδεία, αδύνατη για την εποχή αυτή, αναπλήρωνε η ανεπίσημη και ταπεινή φροντίδα της εκκλησίας, στους νάρθηκες των ναών και στις μονές.[38]
Επομένως; Η μοναδική ουσιαστικά ένσταση του Αγγέλου απέναντι στην εδραιωμένη αυτή πεποίθηση είναι αυτή που του προσφέρει ο Άγγλος κριτικός Ian Watt:
Η σύγχυση ανάμεσα στις ρομαντικές επιθυμίες και την ιστορική αλήθεια αποτελεί παγκόσμια τάση.[39]
Αλλά μια τέτοια ένσταση, γενικόλογη και εντελώς αφηρημένη, είναι απολύτως ανίσχυρη στην περίπτωσή μας, διότι το δεύτερο σκέλος της, που υποτίθεται ότι στηρίζει την «ιστορική αλήθεια», είναι πολύ ισχνό για να αντιπαρατεθεί με το πρώτο, τη «ρομαντική επιθυμία». Δύο μικρές αναφορές, του Βλαχογιάννη και του Γεδεών, σε καμιά περίπτωση δεν μπαίνουν στην ίδια ιστορική ζυγαριά με το πλήθος των μαρτυριών που κάνουν την εμφάνισή τους ανάμεσα στον 15ο και τον 18ο αιώνα και με τις κατοπινές μελέτες, ων ουκ έστι αριθμός.
Η σειρά του Αγγέλου θα πρέπει μάλλον να αντιστραφεί: Από τη μία έχουμε την ιστορική αλήθεια της ανυπαρξίας εκπαίδευσης για δύο αιώνες, μαζί με τις γενικευμένες απαγορεύσεις ενός δεσποτικού καθεστώτος, και από την άλλη έχουμε την «επιθυμία» του Γεδεών να στηρίξει την πατριαρχική εκπαιδευτική παράδοση. Αυτή είναι η σωστή σειρά των πραγμάτων. Ο ίδιος ο Αγγέλου, εμμέσως, δεν αμφισβητεί την παράδοση του Κρυφού Σχολειού στο έργο του Γύζη, απλώς πιστεύει πως την αντλεί «είτε από τις παιδικές του αναμνήσεις είτε από στοιχεία που του προσφέρει η λαϊκή παράδοση».[40] Αλλά η λαϊκή παράδοση βρίσκεται εκτός του πεδίου της ιστορίας; Όχι φυσικά, εκτός και επιστρέψουμε στην προνεωτερική ιστοριογραφία των μεγάλων γεγονότων και των επιφανών ανδρών.
«Η δημοτική παράδοση αναζωογονεί και τρέφει τον κορμό και τα κλαδιά μιας νέας μορφής παραδόσεως, της νεοελληνικής», λέει σωστά ο Ν. Πανταζόπουλος, ο οποίος έχει μελετήσει τη διάκριση μεταξύ λόγιας και λαϊκής παράδοσης.[41] Η συμβολοποίηση μάλιστα της παράδοσης μέσω της ιστορικής χρήσης εννοιών που έχουν απεικονιστεί συμβολικά – όπως είναι και ο πίνακας του Γύζη «Το Κρυφό Σχολειό» – εντάσσεται «…σε έναν τρόπο προστασίας […] μιας συλλογικής ταυτότητας […] και την ενότητα της πολιτισμικής παραδόσεως».[42]
Αλλά ο Αγγέλου, για να στηρίξει καλύτερα το σκεπτικιστικό του επιχείρημα, πέφτει και σε ένα σοβαρό λάθος. Λέει για την ιστοριογραφία της εκπαίδευσης:
Σε καμιά απολύτως από τις σχετικές εργασίες όσες μνημονεύτηκαν έως τώρα, δεν έκανε σε καμία στιγμή, με οποιοδήποτε τρόπο την εμφάνισή του το θέμα του Κρυφού Σχολειού.[43]
Όμως, από τον Κωνσταντίνο Κούμα και τον Ματθαίο Παρανίκα, μέχρι τον Λάμπρου, τον Αραβαντινό και τον Ευαγγελίδη, όλοι οι ιστορικοί της εκπαίδευσης, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αποδέχονται την έννοια του Κρυφού Σχολειού. Σταχυολογούμε:
Ἐν ταῖς ἀσιατικαῖς ἐπαρχίαις τοῦ Ὀθωμανικοῦ κράτους […] μετὰ παντοῖα δεινά, ἃ ὑπέστησαν, ἡ ἁχλὺς βεβαίως ἐπεκάθησε βαρυτέρα, καὶ τὸ σκότος ἦν παχύτερον […] ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταύταις, ἐν αἷς που περὶ τὰς μονὰς τὸ ζώπυρον τῶν γραμμάτων διετηρεῖτο, ἴχνη Σχολῶν καὶ λογίων μέχρι τῶν μέσων τῆς ΙΖ΄ ἑκατονταετηρίδος δὲν εὑρίσκομεν.[44]
Ο Ευαγγελίδης το λέει ακόμη σαφέστερα:
Οἱ χρόνοι ἦσαν σκοτεινοὶ καὶ ζοφεροὶ διὰ τὸ γένος, ἡ δὲ καλλιέργεια τῶν γραμμά
*Σημείωση: Οι απόψεις των αρθρογράφων αποτελούν προσωπικές θέσεις και δεν αποτελούν τυχόν θέσεις του newshub.gr
-
29 Μαΐου 2026, 22:12Χανιά: Βαρύ πένθος για τον ξαφνικό χαμό του Μανόλη Βαρουξάκη -
30 Μαΐου 2026, 09:30Πένθος για την Γιάννα Αγγελοπούλου Δασκαλάκη-Έφυγε από τη ζωή η μητέρα της Μαρίκα -
29 Μαΐου 2026, 10:00Γρηγόρης Πασπάτης: Το «Νόημα-Κρήτη» θέλει να ανοίξει τον δημόσιο διάλογο για την Ελλάδα του αύριο! (podcast) -
29 Μαΐου 2026, 12:15Βολές στο κέντρο... της Παρασκευής! -
30 Μαΐου 2026, 08:40Αποκαλύψεις για το άγριο έγκλημα στη Μεσσαρά με θύμα τον πρόεδρο της κοινότητας Απεσωκαρίου-"Κλίμα «τρομοκρατίας" -
30 Μαΐου 2026, 07:15Γιάννης Πρεκατσουνάκης: Η Μάχη του Ηρακλείου 20-29 Μαΐου 1941 (podcast)
