Ελληνική Εθνική Στρατηγική, έννοια, σκοποί προϋποθέσεις επιτυχούς εκπλήρωσης: η περίπτωση της ευρωπαϊκής προοπτικής της Κύπρου
αγαπημένα σου στη Google
Στη βάση πάγιων και κοινά αποδεκτών ορισμών που κατοπτρίζουν διαχρονικά χαρακτηριστικά της διακρατικής πρακτικής, εθνική στρατηγική ορίζεται ως η χρήση των μέσων που διαθέτει ένα κράτος για την εκπλήρωση των εθνικών συμφερόντων. Τα εθνικά συμφέροντα οριοθετούν τον σκοπό της εθνικής στρατηγικής και προσφέρουν ένα διαρκή θεμελιώδη προσανατολισμό των τακτικών επιλογών των κρατικών θεσμών που εμπλέκονται στην ανάλυση, εκτίμηση, σχεδιασμό και εφαρμογή της εθνικής στρατηγικής. Κλασική παραμένει η κλασική ρήση του Κλάουζεβιτς ο οποίος εμπλούτισε φιλοσοφικά αυτή την συζήτηση όταν έγραψε ότι «ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα». Έτσι, ο πόλεμος με την ευρύτερη έννοια του όρου –και όχι μόνο με την έννοια της άσκησης φυσικής βίας– δεν έχει την δική του αυτόνομη λογική. Πειθαρχείται από την λογική των πολιτικών στόχων και μετριάζεται ως προς τις συνέπειές του και τον τρόπο διεξαγωγής του. Οι εθνικοί σκοποί, εξάλλου, οριοθετούν το πεδίο δράσης της εθνικής στρατηγικής, επιτρέπουν στην πολιτική ηγεσία να οριοθετεί τον ρόλο και την δράση των Ενόπλων Δυνάμεων και αποτελούν την βάση τόσο ειρηνικών συναλλαγών με άλλα κράτη όσο και το περιεχόμενο μιας αποτρεπτικής στρατηγικής.
Στο παρόν κείμενο, ακριβώς, εθνικό συμφέρον, εθνικοί σκοποί και εθνική αποτρεπτική στρατηγική αναφέρονται σε σύγχρονα κράτη τα οποία λειτουργούν στη βάση κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένων σκοπών, τα οποία είναι καταρχήν φιλειρηνικά μιας και όλα τα κράτη υπέγραψαν το πλέγμα διεθνών συμβάσεων που συνθέτει τον σύγχρονο πολιτικό πολιτισμό των διακρατικών σχέσεων. Αυτές οι δεσμεύσεις κωδικοποιήθηκαν στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ. Η αποτρεπτική στρατηγική ενός φιλειρηνικού κράτους για να είναι αποτελεσματική δεν πρέπει να λειτουργεί υπό το κράτος αναστολών για τους σκοπούς και τις προσεγγίσεις εκπλήρωσής τους. Οι σκοποί αυτοί είναι εξ ορισμού φιλειρηνικοί και, για να παραφράσουμε τον Μακιαβέλι, οι φιλειρηνικοί σκοποί κυριολεκτικά «αγιάζουν» την εθνική αποτρεπτική στρατηγική. Αυτό γράφεται, γιατί η αφοσίωση των μελών της κοινωνίας στα εθνικά συμφέροντα και στους σκοπούς κα τις μεθοδεύσεις εκπλήρωσής τους είναι αφενός ίδιον συγχρόνων κρατών και αφετέρου προϋπόθεση επιτυχίας. Αμφιταλαντεύσεις και αμφισβητήσεις για τις έσχατες λογικές μιας φιλειρηνικής κοινωνίας είναι συνταγή αποτυχίας και ίσως μεγάλων δεινών.
Οι σκοποί της εξωτερικής πολιτικής δεν κερδίζονται αν δεν πληρούνται δύο ακόμη προϋποθέσεις: Πρώτον, η πολιτική ηγεσία να συμφωνεί καθολικά για τις έσχατες λογικές και δεύτερον, να υπάρχει δυνατότητα επεξεργασίας των τακτικών επιλογών που βρίσκονται σε αρμονία με τις στρατηγικές επιλογές. Όσον αφορά το δεύτερον, είναι αναπόφευκτο πάντοτε να υπάρχουν διαφορές απόψεων μεταξύ των ειδικών και πολύ περισσότερο μεταξύ των μη ειδικών. Το καθήκον της πολιτικής ηγεσίας όσον αφορά την επίτευξη αναγκαίων συγκλίσεων έγκειται στην σύνθεση των διισταμένων απόψεων και να τις γεφυρώνει εποικοδομητικά.
Υπό το πιο πάνω πρίσμα, οι σκέψεις, οι συζητήσεις, οι αναλύσεις και οι τοποθετήσεις επί ζητημάτων εθνικής στρατηγικής απαιτείται να διακρίνονται από «επαγγελματισμό», απουσία συναισθηματισμού και αποκλεισμό ανορθολογικών θέσεων. Αν περί έσχατων λογικών ο λόγος και δη του συμφέροντος επιβίωσης, πως θα μπορούσε, εξάλλου, να είναι διαφορετικά! Δεν νοείται ύπαρξη βιώσιμου κράτους αν δεν συγκεντρώνει μια κοινωνικά συντριπτική ομοφωνία για τις έσχατες λογικές που αφορούν τα συμφέροντα επιβίωσης.
Η βελτιστοποίηση της χρήσης των μέσων που διαθέτει μια φιλειρηνική χώρα σημαίνει βαθιά γνώση των πολιτικών και διπλωματικών επιλογών που δημιουργούν συνθήκες ισορροπίας. Η γνώση του αντιπάλου και των τρίτων εμπλεκομένων –την εθνική του στρατηγική, τα συμφέροντά τους, τις κοινωνικές τους αντοχές, την κατάσταση των Ενόπλων τους Δυνάμεων και τα ιδεολογικά τους ρεύματα– είναι μια εξίσου σημαντική πτυχή μιας εθνικής στρατηγικής. Επειδή ακριβώς τα τρίτα κράτη θεωρούνται ορθολογιστικοί δρώντες που λειτουργούν στην βάση των δικών τους εθνικών συμφερόντων, οι δικές μας στάσεις (ακόμη και όταν είναι ανταγωνιστικές ή και συγκρουσιακές) αποσκοπούν στο να εξωθήσουν σε υπολογισμούς κόστους-οφέλους ή κέρδους-ζημιάς εναλλακτικών στάσεων ή δράσεων που συμφέρουν το φιλειρηνικό κράτος. Γι’ αυτό, μια ορθά σχεδιασμένη εθνική στρατηγική απαιτεί επαρκή γνώση αφενός των δικών μας εθνικών συμφερόντων και αφετέρου των σκοπών, των δυνατοτήτων και των στρατηγικών του αντιπάλου.
Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής κάτι το οποίο αν και όχι του παρόντος είναι χρήσιμο να επισημανθεί: Πολύ περισσότερο στην εξωτερική πολιτική απ’ ότι σε άλλους τομείς της κοινωνικής ζωής, τα λάθη πληρώνονται ακριβά. Λόγω αιτιών πολέμου, το διεθνές σύστημα είναι εξόχως ανταγωνιστικό. Αυτό θα ισχύει ενόσω υπάρχουν αίτια πολέμου, ίσως για πάντα: Ενόσω μεταξύ των διεθνών θεσμών και του διεθνούς δικαίου θα παρεμβάλλονται τα αίτια πολέμου, στην διεθνή πολιτική θα υπάρχει έντονος ανταγωνισμός, φόβος εξαπάτησης και φόβοι άνισης ανάπτυξης. Σ’ ένα τέτοιο διεθνές σύστημα εξ ορισμού αφενός οι διεθνείς θεσμοί είναι εξαρτημένες μεταβλητές της ισχύος και αφετέρου οι έννοιες «δίκαιο» και «δικαιοσύνη» είναι διαφορετικές αν συγκριθούν με το δίκαιο-δικαιοσύνη της ενδοκρατικής τάξης πραγμάτων: Σ’ αυτό το διεθνές δίκαιο όπου υπάρχουν κράτη άνισου μεγέθους, άνισης ανάπτυξης και αίτια πολέμου, δίκαιο υπάρχει «όταν υπάρχει ίση δύναμη για την επιβολή του, κι ότι, όταν αυτό δεν συμβαίνει, οι δυνατοί κάνουν όσα τους επιτρέπει η δύναμή τους κι οι αδύναμοι υποχωρούν κι αποδέχονται». Επίσης ότι λάθη δεν χωρούν όσον αφορά λανθασμένες υποσχέσεις, λανθασμένες εκτιμήσεις για τους διεθνείς θεσμούς, τις συμμαχίες και για τα συμφέροντα τρίτων, γιατί: «λόγια που να στηρίζονται στο δίκαιο δεν λείπουν από κανένα. … όσοι (όμως) διατηρούν την ελευθερία τους το χρωστούν στη δύναμή τους». «Η ελπίδα, παρηγοριά την ώρα του κινδύνου, όσους την έχουν από περίσσια δύναμη κι αν τους βλάψει δεν τους καταστρέφει όσοι όμως, στηριγμένοι πάνω της, τα παίζουν όλα για όλα (γιατί απ’ τη φύση της είναι σπάταλη), μονάχα όταν αποτύχουν την γνωρίζουν».
Αυτά τα λόγια του διαλόγου Μηλίων και Αθηναίων στον Πελοποννησιακό Πόλεμο του Θουκυδίδη, βρίσκονται στον πυρήνα των εκτιμήσεων και αποφάσεων κάθε ορθολογιστικής εθνικής στρατηγικής. Βασικά, ποτέ δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής το δοκιμασμένο πόρισμα της θεωρίας διεθνών σχέσεων πως το διεθνές σύστημα τιμωρεί τα κράτη που παραμελούν τα εθνικά συμφέροντά τους καθώς και αυτά που δρουν πέραν των δυνάμεών τους. Βασικά, οι ηγέτες ενός κράτους, ιδιαίτερα μικρής ή μεσαίας ισχύος, δεν έχουν την πολυτέλεια λαθών όσον αφορά την εθνική ασφάλεια και την αντιμετώπιση των απειλών. Τα λάθη είναι θανατηφόρα.
Θα προσπαθήσουμε, τώρα, να φωτίσουμε με συντομία την σημαντικότερη ίσως στρατηγική του ελλαδικού κράτους μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο –και του κυπριακού κράτους μετά την ίδρυσή του–, δηλαδή την στρατηγική ειρηνικής επίλυσης του κυπριακού τις δεκαετίες του 1990 και 2000. Όσον αφορά το υπόθεση αυτή, εκτός του ότι πολλά ζητήματα αποτελούν –τουλάχιστον εκ του αποτελέσματος– διϋποκειμενική γνώση, γράφτηκαν αναρίθμητα κείμενα και ο υποφαινόμενος είναι συγγραφέας πολλών δεκάδων δημοσιευμένων αναλύσεων. Γι’ αυτό, οι γραμμές που ακολουθούν θα περιοριστούν, κυρίως, σε αναφορές διϋποκειμενικά γνωστών γεγονότων: Στον σκοπό, στην στρατηγική που προτάθηκε, στο κατά πόσο η στρατηγική αυτή αποτέλεσε συνειδητή κρατική πολιτική ή αντανακλαστική αντίδραση κοινωνικών αξιώσεων και κατά πόσο στην πορεία υπήρξε συντελεστικό γνωστικό περιβάλλον που δημιουργούσε κοινωνικοπολιτικό ορθολογισμό στον δημόσιο διάλογο και στην διαδικασία λήψης και εφαρμογής των αποφάσεων. Κατά πόσον επίσης στην Ελλάδα και στην Κύπρο διαπιστώνεται κοινωνικοπολιτική συνοχή και κατά πόσο υπάρχει ένας «κεντρικός νους» ενός ή περισσοτέρων ηγετών που ενσαρκώνουν τις έσχατες λογικές της κοινωνικοπολιτικής βούλησης. Λέγοντας αυτά, σημειώνω ότι θεωρείται ως δεδομένο πως σε μια συντεταγμένη σύγχρονη Πολιτεία η πολιτική ηγεσία σκέπτεται στρατηγικά και πως υποτάσσει όλες τις τακτικές επιλογές (και όλες τις άλλες συναρτούμενες επιλογές, ακόμη και τις φιλοσοφικές) στην λογική των φιλειρηνικών εθνικών συμφερόντων του κράτους. Ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας, επίσης, είναι να καλλιεργεί στην κοινωνία την ορθολογιστική πολιτική σκέψη που στηρίζει τις έσχατες λογικές, δηλαδή την ακεραιότητα της εθνικής επικράτειας, την ανάπτυξη μιας αξιόπιστης εθνικής στρατηγικής και την εφαρμογή αυτής της στρατηγικής.
Ταυτόχρονα, ένα συγκροτημένο και σκεπτόμενο σύστημα κρατικών λειτουργών λειτουργεί στην βάση πολιτικά προδιαγεγραμμένων στρατηγικών επιλογών, σχεδιάζει τις στρατηγικές και τακτικές κινήσεις και συμβουλεύει αδιάκοπα την πολιτική ηγεσία. Ιδανικά, καλά είναι να εκπληρώνονται όλες αυτές οι προϋποθέσεις, οπότε μιλάμε για ένα βιώσιμο και εύρυθμο κράτος που θέτει και επιτυγχάνει στόχους. Είναι καίριας σημασίας να τονιστεί πως δύο κεντρικοί στρατηγικοί σκοποί οι οποίοι για όλα τα βιώσιμα κράτη είναι έσχατες λογικές που απαιτούν απόλυτη ομοφωνία, είναι οι εξής: Πρώτον, να μην καταλυθεί το κράτος και δεύτερον, να διασφαλίζεται η εσωτερική-εξωτερική-κυριαρχία για να μπορεί ο λαός της να παλεύει για την ανεξαρτησία του. Συντομογραφικά, όσον αφορά το υπό εξέταση ζήτημα, τα πράγματα εξελίχθηκαν ως εξής:
Κατά πρώτον, τίθεται το ερώτημα του κατά πόσο η προσέγγιση επίλυσης των ελληνοτουρκικών με άξονα την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ αποτελούσε συνειδητή πολιτική της πολιτικής ηγεσίας. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 υπήρξαν δύο διαπιστώσεις που πολλοί είχαν επισημάνει: Πρώτον, στο επίπεδο των σχέσεων Ελλάδας – Τουρκίας η Άγκυρα υιοθετούσε μια αναθεωρητική στρατηγική που συνοδευόταν από ανάλογο στρατηγικό δόγμα και ανάπτυξη των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων από την Θράκη μέχρι την Κύπρο. Δεύτερον, υποστηρίχθηκε από πολλούς ότι όπως άρχισαν οι διαπραγματεύσεις μετά την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο συνέχεια των «πολιτικών συμφωνιών» κορυφής του 1977 και 1979 –και ανεξάρτητα του γεγονότος πως εμείς επιμέναμε να τις ερμηνεύουμε, σύμφωνα δηλαδή με την λογική ενός ενιαίου κράτους– ήταν και θα συνέχιζαν να είναι αδιέξοδες. Το αδιέξοδο, υποστηρίχθηκε, δεν αφορά μόνο τους έλληνες αλλά και τους τούρκους. Ο πολιτικός σκοπός ειρηνικής επίλυσης θα επιτυγχανόταν αν εκπληρώνονταν τρεις ταυτόχρονα στρατηγικοί στόχοι: Πρώτον, υποβολή αίτησης ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ, έναρξη διαδικασιών ένταξης και τελική ένταξη. Δεύτερον, ισορροπία δυνάμεων στο κεντρικό μέτωπο της Ελλάδας-Τουρκίας και ανάπτυξη μιας αποτελεσματικής Ελληνικής Αποτρεπτικής Στρατηγικής. Τρίτον, εξορθολογισμός του ελλαδικού casus belli όσον αφορά την άμυνα της Κύπρου με την ανάπτυξη μιας αποτελεσματικής αποτρεπτικής σύζευξης μεταξύ των δύο κρατών. Τότε όπως και στις μέρες μας, πέντε θεμελιώδεις αρχές αποτελούν προϋπόθεση βιώσιμης λύσης του κυπριακού:
1ον) Η λύση να διασφαλίζει τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (πλειοψηφικές αποφάσεις στην βάση της αρχής ένα άτομο μια ψήφος). 2ον) Άσκηση λαϊκής κυριαρχίας (έλεγχος της εξουσίας από μια αδιαίρετη κυπριακή κοινωνία, δυνατότητα διαρκών ελέγχων και εξισορροπήσεων τόσο στο επίπεδο του λαού συνολικά όσο και στο επίπεδο των κοινοτήτων). 3ον) Αποκλεισμό ρυθμίσεων που δεσμεύουν ή περιορίζουν την εσωτερική-εξωτερική κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας (αποκλεισμός παρουσίας ξένων στρατευμάτων, τερματισμό του εγκλήματος πολέμου του εποικισμού). 4ον) Απόλυτη τήρηση των συμβάσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα (όπως περιγράφονται στην επώνυμη Χάρτα και όπως απαιτούν οι σχετικές διεθνείς συμβάσεις). 5ον) Όσον αφορά την άμυνα-Ασφάλεια και αν μια τελική λύση προβλέπει την αποστρατικοποίηση, να συνοδευτεί από αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων και ει δυνατό να ληφθεί σχετική απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Το στρατηγικό σκεπτικό ήταν ότι εάν η Κυπριακή Δημοκρατία εντασσόταν στην ΕΕ αυτομάτως επεκτείνεται στην Κύπρο ο κοινοτικός πολιτικός και νομικός πολιτισμός που διευθετεί όλες τις πτυχές του κυπριακού προβλήματος:
Δηλαδή, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την δημοκρατία, το κράτος δικαίου, τους θεσμοθετημένους κοινωνικοπολιτικούς ελέγχους και εξισορροπήσεις, το σεβασμό του διεθνούς δικαίου και την τήρηση των αρχών του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Αυτή δεν ήταν μια ιδεαλιστική τοποθέτηση αλλά μια ρεαλιστική πρόταση που δημιουργούσε ένα συνολικό σύστημα θέσεων και ιδεών για ειρηνική λύση του κυπριακού στην βάση πολιτειακών και διεθνοπολιτικών ρυθμίσεων συμβατών με το διεθνές δίκαιο και με την ιδιότητα του πλήρους μέλους της ΕΕ. Μια τέτοια προσέγγιση, με πρακτικό και αποτελεσματικό τρόπο που ταυτόχρονα δεν αντιβαίνει στα καλώς νοούμενα συμφέροντα όλων των εμπλεκομένων (συμπεριλαμβανομένων των τουρκοκυπρίων και της Τουρκίας, βλ. πιο πάνω) αναιρεί ή προσαρμόζει στο διεθνές δίκαιο τις συμφωνίες του 1977 και του 1979, τις οποίες, η ελληνική πλευρά είχε δεχθεί απρόθυμα και υπό συνθήκες πολιτικοστρατιωτικού εκβιασμού (και στην βάση των οποίων μια βιώσιμη λύση είναι παντελώς ανέφικτη).
Όσον αφορά την Τουρκία, εξάλλου, η ισορροπία δυνάμεων και η διπλωματική εξισορρόπηση της εισβολής που θα έφερνε η ένταξη της ΚΔ στην ΕΕ θα δημιουργούσε «κίνητρα» στους κυβερνώντες στην Άγκυρα να δεχθούν μια λύση συμβατή με την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα. Σ’ αντίθετη περίπτωση, λόγω ελληνικής αδυναμίας και αδυναμίας των διεθνών θεσμών να εφαρμόσουν το Καταστατικό τους και τις αποφάσεις των οργάνων τους, οι συμφωνίες του 1977 και 1979 θα οδηγούσαν είτε σε αδιέξοδο είτε σε επιβολή των τετελεσμένων της βίας του 1974. Ο άξονας γύρω από τον οποίο θα περιστρεφόταν η στρατηγική μας, υποστηρίχθηκε ορθά τότε, έπρεπε να είναι: 1ον) η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ ανεξαρτήτως λύσης, 2ον) η προσχώρηση των τουρκοκυπρίων στην ιδέα μιας ενιαίας ευρωπαϊκής Κυπριακής Δημοκρατίας και 3ον) η αποδοχή εκ μέρους της Άγκυρας της ιδέας ότι μια βιώσιμη λύση του κυπριακού στις πιο πάνω γραμμές εξυπηρετεί τα καλώς νοούμενα εθνικά συμφέροντα της Τουρκίας που θα μπορούσε έτσι να εισέλθει σε μια πορεία διαρκούς εναρμόνισής της με το πολιτικό κεκτημένο της ΕΕ, μεταξύ άλλων, με την αποδοχή των προνοιών για ειρηνική επίλυση των διαφορών στην βάση των Συνθηκών, του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας και των συμβατικών προνοιών για τα ανθρώπινα δικαιώματα. 4ον) Επειδή εκπλήρωση αυτών των ευγενών και φιλειρηνικών σκοπών δεν μπορούσε να γίνει με διαπροσωπικές σχέσεις αισθητικού χαρακτήρα και δεν θα μπορούσε να στηριχθεί στον κατευνασμό της τουρκικής επιθετικότητας, θεωρήθηκε επίσης επιτακτικό, όπως ήδη αναφέρθηκε, να διασφαλιστεί αμυντικά η Κύπρος και να ενισχυθεί η αποτρεπτική ικανότητα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στο κεντρικό μέτωπο. Αν τα πιο πάνω εκπληρώνονταν επιτυχώς, λογικό είναι να αναμένει κάποιος ότι θα βελτιώνονταν οι δυνατότητες, την κατάλληλη στιγμή, να γίνουν διαπραγματεύσεις στρατηγικού χαρακτήρα στο τρίγωνο Ελλάδα, Κύπρος – Τουρκία – Ευρώπη, Αμερικής, ούτως ώστε να επιδιωχθεί μια συνολικότερη ρύθμιση σταθερών και ειρηνικών σχέσεων με την Τουρκία σε μακρόχρονη βάση.
Στο σημείο αυτό ακριβώς, μελέτη των στάσεων και συμπεριφορών των περιόδων 1989 και 2001-2003 δείχνει ότι τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο απουσίαζαν στοιχειώδη κριτήρια χάραξης και εφαρμογής μιας εθνικής στρατηγικής όπως τα περιγράψαμε στο πρώτο μέρος, πιο πάνω. Για ποικίλους λόγους που δεν είναι του παρόντος αυτή η στρατηγική δεν έγινε κατανοητή από μια μεγάλη ομάδα διανοουμένων και πολιτικών προσώπων. Χαρακτηριστικό του γνωστικού ελλείμματος επί θεμάτων εξωτερικής πολιτικής είναι το γεγονός ότι στην Αθήνα διαδοχικές κυβερνήσεις στηρίζονταν σε εξωπολιτικούς δρώντες, οι οποίοι, μάλιστα, διατηρούν ισχυρούς δεσμούς με παράγοντες του εξωτερικού. Αναφερόμαστε στην σταθερά ίδια περίπου αριθμητικά ισχυρή ομάδα –με επικεφαλής το αθηναϊκό ΕΛΙΑΜΕΠ, «ίδρυμα» το οποίο διατηρεί πλήθος διασυνδέσεων με το εξωτερικό συμπεριλαμβανομένων αμερικανικών οργανισμώνκαι του διεθνικού δρώντα- κερδοσκόπου Σόρος. Εργολαβικά, τα μέλη αυτής της ομάδας επικαλούνται θεωρήματα και ιδεολογήματα που σε καμιά δυτική χώρα δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο σοβαρού δημόσιου διαλόγου και που η μόνη νοητή τους πολιτική χρησιμότητα είναι η καλλιέργεια «μαλακής ισχύος» σε λιγότερο ισχυρά κράτη για την εξυπηρέτηση ηγεμονικών αξιώσεων ισχύος. Με ιδιαίτερη έμφαση και διαχρονική συνέπεια δύο περίπου δεκαετιών στράφηκαν α) κατά της υποβολής αίτησης ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ την περίοδο 1988-1992, β) κατά της ανάπτυξης μιας αξιόπιστης αποτρεπτικής στρατηγικής δυτικών προδιαγραφών, γ) κατά του ενιαίου αμυντικού χώρου λίγο αργότερα και δ) υπέρ του ανελεύθερου σχεδίου Αναν.
Οι δημόσιες θέσεις που υιοθετήθηκαν δημοσίως στα επίμαχα αυτά ζητήματα έδειξε ότι τόσο στο επίπεδο της πολιτικής ηγεσίας όσο και στο επίπεδο πολλών πνευματικών ελίτ δεν ήταν κατανοητό ότι, πρώτον, η τακτική του κατευνασμού είναι πάντα καταστροφική και δεύτερον, ότι χωρίς αποτελεσματική ισορροπία δυνάμεων και αξιόπιστη αποτρεπτική στρατηγική οι διακρατικές διαπραγματεύσεις είναι πάντοτε άγονες και αδιέξοδες. Το ίδιο έλλειμμα κατανόησης σημειώνεται όσον αφορά τους διεθνείς θεσμούς και την ΕΕ. Αντί όπως όλα τα κράτη να θεωρούν αυτούς τους θεσμούς ως εργαλειακής φύσης μέσα εκπλήρωσης των εθνικών συμφερόντων οι θέσεις και οι στάσεις στην Ελλάδα και στην Κύπρο έδειχναν είτε αντιλήψεις που τους θεωρούσαν ανεξάρτητες μεταβλητές ικανές να επιβάλουν το διεθνές δίκαιο είτε απομακρυσμένους δρώντες στους οποίους δεν μπορεί κανείς να διεκδικήσει ακόμη και τα ερείσματα που απορρέουν από τους Καταστατικούς Χάρτες.
Το τελευταίο σημείο καταμαρτυρείται από αναρίθμητες θέσεις στην Αθήνα και στην Λευκωσία που υποστήριζαν πως η Κύπρος δεν πρέπει ή και … δεν μπορεί να υποβάλει αίτηση ένταξης στην ΕΕ. Ακόμη πιο σημαντικό, αρχές της δεκαετίας του 1990 όταν η Κύπρος ουσιαστικά ήταν ήδη μέλος της ΕΕ και όταν ο ΓΓ του ΟΗΕ δήλωσε έτοιμος να προχωρήσει στην επεξεργασία προτάσεων το τίμημα από αυτές τις λανθασμένες αντιλήψεις ήταν πολύ μεγάλο: α) Στην Αθήνα και στην Λευκωσία θεωρήθηκε φυσικό ο ΓΓ να συγγράφει προτάσεις ενάντια στα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, ενάντια στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ και ενάντια στην θέληση των εμπλεκομένων. β) Δεν ζητήθηκε καν η προτάσεις αυτές να είναι συμβατές με την κοινοτική έννομη τάξη και τις Διεθνείς Συμβάσεις, κάτι το οποίο ο ΓΓ ήταν υποχρεωμένος να κάνει. γ) Θεωρήθηκε περίπου υποχρεωτικό να δεχθούν την επιδιαιτησία με αποτέλεσμα να δοθεί στον ΓΓ του ΟΗΕ, που εξ αντικειμένου αποδείχθηκε εξαρτημένη μεταβλητή των στρατηγικών του Λονδίνου και της Ουάσινγκτον, η ευχέρεια να υποβάλει προτάσεις οι οποίες καταργούσαν την ΚΔ και καθιστούσαν το νησί βάση εκπλήρωσης ηγεμονικών αξιώσεων. δ) Εκτροχιάστηκαν οι διαπραγματεύσεις και ακυρώθηκε ο σκοπός εξεύρεσης βιώσιμης λύσης στην βάση της νέας κατάστασης, δηλαδή του γεγονότος της ένταξης της ΚΔ στην ΕΕ και της υποβολής αίτησης ένταξης από την Τουρκία που διάνοιγε ευκαιρίες γόνιμων διασυνδέσεων. δ) Όταν υπάλληλοι της ΕΕ επιχειρούσαν να στηρίξουν αυτό τον εκτροχιασμό πολιτικοί ηγέτες στην Αθήνα και στην Λευκωσία δεν έβαλαν στην τάξη αξιωματούχους όπως ο κ Σολάνα και ο κ Φεργκόυτεν ζητώντας τους να σεβαστούν την Πράξη Προσχώρησης της ΚΔ στην ΕΕ. ε) Χάθηκε μια μοναδική ευκαιρία ειρηνικής επίλυσης του κυπριακού και σταθεροποίησης των ελληνοτουρκικών σχέσεων σε μια μοναδική ιστορική συγκυρία. Σ’ όλο αυτό το χρονικό φάσμα ήταν σαφές ότι σε μεγάλα τμήματα της πολιτικής ηγεσίας και πολλών διανοουμένων δεν ήταν κατανοητό ότι οι διαπροσωπικές αισθητικές σχέσεις δεν διαδραματίζουν ρόλο στην επίλυση των διακρατικών συγκρούσεων και ότι θεωρήματα που υποστηρίζουν θέσεις όπως «οι δημοκρατίες δεν πολεμούν» και «η αλληλεξάρτηση φέρνει την ειρήνη» δεν έχουν επιστημονικό ή πολιτικό αντίκρισμα.
Οι πιο πάνω συμπεριφορές κατέδειξαν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις χάραξης και εφαρμογής μιας εθνικής στρατηγικής που αναφέραμε στο πρώτο μέρος της παρούσης μελέτης δεν υπήρχαν είτε στην Κύπρο είτε στην Ελλάδα. Ως αποτέλεσμα είναι να κυριαρχείται ο δημόσιος διάλογος από θέσεις που αντέκρουαν το πασίδηλο γεγονός πως η εκπλήρωση των φιλειρηνικών σκοπών της ελληνικής στρατηγικής απαιτούσε μια σιδερένια πολιτικοδιπλωματική στάση που θα συνοδευόταν από μια ακόμη πιο σιδερένια ελληνική αποτρεπτική στρατηγική που θα κάλυπτε όλο το μέτωπο από την Θράκη μέχρι την Κύπρο. Εν ολίγοις: Δεν ήταν κατανοητό ότι οι ανταγωνισμοί και οι διαπραγματεύσεις στις διακρατικές σχέσεις είναι μια δίνη σκληρών αναμετρήσεων μέσων και θελήσεων όπου συναισθηματισμοί, αισθητικές σχέσεις και ψευδαισθήσεις δεν μετρούν ή μετρούν αντίστροφα. Δεν ήταν κατανοητό στην Αθήνα και στην Λευκωσία πως στις διακρατικές σχέσεις α) χωρίς ισορροπία δεν υπάρχουν γόνιμες διαπραγματεύσεις, β) χωρίς ισορροπία δεν υπάρχει λύση ή υπάρχουν μη βιώσιμες λύσεις και γ) χωρίς ικανότητα να ενώσεις τα νήματα των ερεισμάτων και να διεξάγεις σκληρές διαπραγματεύσεις, δεν μπορεί να υπάρξει θετικό αποτέλεσμα. Αντί λοιπόν ορθολογικής συζήτησης για τις εναλλακτικές επιλογές μιας τέτοιας στρατηγικές η προβολή των προαναφερθέντων θεωρημάτων οδήγησε σ’ ένα διαρκές χαμήλωμα του πήχη των έσχατων λογικών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Αυτή η τροχιά αν και φαινομενικά κορυφώθηκε με τις συνεχείς διολισθήσεις που κατέληξαν στο σχέδιο Αναν η αλήθεια είναι ότι και στα υπόλοιπα μέτωπα η ελληνική κατευναστική τακτική οδήγησε σε ακόμη μεγαλύτερο χαμήλωμα του πήχη των ελληνικών επιδιώξεων.
Ο καταστροφικός εκτροχιασμός του κυπριακού ουσιαστικά άρχισε με το περιβόητο άρθρο συμβούλου του πρωθυπουργού (Πανταγιάς) το 2001, όταν εκφράστηκαν ασυγχώρητες πολιτικές θέσεις τις οποίες αν και ως ακαδημαϊκός δεν θα ήθελα να χαρακτηρίσω, εν τούτοις είναι αναγκαίο να τονιστεί ότι αφενός υπονόμευσαν καίρια την εθνική στρατηγική και αφετέρου αποτέλεσαν προπομπό του εκτροχιασμού των προσπαθειών μιας βιώσιμης λύσης που συμβολίζεται με την υποβολή του σχεδίου Αναν το 2002. Το 2001, επειδή ουσιαστικά είχαν ολοκληρωθεί οι διαπραγματεύσεις ένταξης ολόκληρης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ ανεξαρτήτως συμφωνίας για το κυπριακό πρόβλημα, η βιώσιμη λύση, όπως ήδη τονίσαμε, βασικά καταγραφόταν στην Πράξη Προσχώρησης. Η ελληνική πλευρά βρέθηκε έτσι σε ισχυρή θέση που για πρώτη φορά μετά το 1974 κατά κάποιον τρόπο εξισορροπούσε διπλωματικά τα τετελεσμένα της εισβολής και δημιουργούσε συνθήκες έναρξης ουσιαστικών διαπραγματεύσεων ειρηνικής διεξόδου. Υπενθυμίζω ότι η ένταξη ανεξαρτήτως λύσης είχε γίνει πανευρωπαϊκά αποδεκτή και ότι πολλοί δήλωναν ότι η Κύπρος και η Ευρώπη δεν μπορεί να είναι όμηροι της τουρκικής στρατηγικής. Στην Πράξη Προσχώρησης καταγράφηκαν, βασικά, οι μέθοδοι ενσωμάτωσης της Κύπρου στον κοινοτικό πολιτικό και νομικό κεκτημένο, γεγονός που κατ’ ουσία σήμαινε καταγραφή μιας τελικής και βιώσιμης λύσης του κυπριακού.
Η υπό εξέταση περίπτωση, πάντως, κατέδειξε μια ακόμη πτυχή: Οι προσπάθειες χάραξης εθνικής στρατηγικής προσκρούουν πάνω σ’ ένα εγχώριο ετοιμοπόλεμο σύστημα του οποίου οι «στρατιώτες» εκτοξεύουν ανάξιες αναφοράς επιστημονικοφανείς αναλύσεις ακαδημαϊκά μεταμφιεσμένες που διοχετεύονται οργανωμένα σε επιφυλλίδες, σε τηλεοπτικά πάνελ και βιβλιοκριτικές στήλες. Στην υπό εξέταση περίπτωση, όλως περιέργως, κυρίαρχο χαρακτηριστικό αυτών των αναλύσεων ήταν το επινόημα ότι στο κυπριακό φταίει, δήθεν, η ελληνική πλευρά, και γι’ αυτό ότι και να μας προσφέρουν επιβάλλεται, δήθεν, να το δεχτούμε με ευχαριστίες και ευγνωμοσύνη. Περίπου υποστήριζαν ότι επειδή στο παρελθόν οι έλληνες δεν ήταν αρκετά ισχυροί για να αντιμετωπίσουν την νεοαποικιακή Βρετανία και την επεκτατική Τουρκία, επειδή γι’ αυτό δεν μπόρεσαν να στηρίξουν τα νόμιμα και θεμιτά συμφέροντά τους στην Κύπρο και επειδή λόγω της ίδιας αδυναμίας έκαναν ενδεχομένως κάποια λάθη ή σπασμωδικές τακτικές επιλογές που κατά κόρον υπερτονίζουν, θα πρέπει, δήθεν, να αποδεχθούν αδιαμαρτύρητα την παντοτινή καταστολή της δημοκρατίας, της λαϊκής κυριαρχίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο. Αυτός ο πολιτικός αυτισμός, εκτιμώ, δεν είναι τυχαίος, είναι μεταμφιεσμένες αξιώσεις ισχύος υπό μορφή «μαλακής ισχύος» που υπονομεύουν την εθνική στρατηγική. Έτσι, πολλοί στην Ελλάδα και στην Κύπρο για αδιευκρίνιστους μέχρι στιγμής λόγους όχι μόνο αδράνησαν αλλά ενίοτε συνέπραξαν στην εκκόλαψη του σχεδίου του οποίου αρχιτέκτων ήταν ο Λόρδος Χάνευ, συγγραφέας ο πολιτικά ανεξέλεγκτος ντε Σότο και εισηγητής ο Κόφι Αναν. Πιο σημαντικό, πολλά χρόνια μετά, η ελληνική στρατηγική εμποδίζεται από το να ανακάμψει, μιας και παρά την συντριπτική απόρριψή του από τον κυπριακό λαό, περιφρονώντας την κυπριακή λαϊκή κυριαρχία, πλήθος εγχώριων αναλυτών δεν διστάζουν να επιχειρούν να το αναβιώσουν. Η εκδήλωση του σχεδίου Αναν και οι επί τριετία ασφυκτικές πιέσεις των αγλλοαμερικανών να το επιβάλουν δεν ήταν χωρίς συνέπειες. Ουσιαστικά ακυρώθηκαν τα βασικά ερείσματα της στρατηγικής μας. Κυρίως σκανδάλισε τους τουρκοκύπριους προσφέροντάς τους καταχρηστικές εξουσίες και δελεαστικά υλικά οφέλη και απάλλαξε πολιτικά την Τουρκία από τα διεθνή εγκλήματα της εισβολής, της κατοχής ξένων εδαφών και του εποικισμού. Επίσης, επειδή το τελικό σχέδιο Αναν ουσιαστικά εξαιρούσε την Κύπρο από τα βασικά στοιχεία της ιδιότητας του πλήρους μέλους της ΕΕ, ακύρωνε τις δυνατότητες που διάνοιγε το γεγονός της ένταξης. Σε κάθε περίπτωση, επαναλαμβάνεται ότι σε μια κρίσιμη συγκυρία όταν η ένταξη ήταν πλέον γεγονός εμπόδισε πρωτοβουλίες για ορθολογιστικές διαπραγματεύσεις που θα μετέτρεπαν την εισδοχή της Κύπρου στην ΕΕ σε αφετηρία για διαδικασίες βιώσιμης λύσης του κυπριακού.
Τέλος, υπό μορφή συμπεράσματος, θα μπορούσε να τονιστεί μια καίρια πτυχή που επιβεβαιώνει ότι η ελληνική εθνική στρατηγική αποτυγχάνει γιατί υπάρχει ελλειμματική και στρεβλή κατανόηση της λειτουργίας του διεθνούς συστήματος και των θεσμών του. Συγκεκριμένα, αφορά την προαναφερθείσα συζήτηση του κατά πόσο η Κύπρος μπορούσε να υποβάλει αίτηση ένταξης (περίοδος 1989-92), τα επιχειρήματα κατά πόσο μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε να επιτύχει (ένταξη ανεξαρτήτως λύσης) και τις στάσεις όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις (αναγκαίες και μη εξαιρετέες αρχές μιας πρότασης λύσης του κυπριακού). Αρχές 1990 κατά την διάρκεια της εν λόγω δημόσιας συζήτησης ο υποφαινόμενος υποστήριξε σε πλήθος κειμένων του ότι η ένταξη είναι εφικτή ανεξαρτήτως λύσης (και ότι, μάλιστα, αυτό πρέπει να επιδιωχθεί για να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις γόνιμων διαπραγματεύσεων με την Τουρκία). Η αιτιολογική βάση που δεν μπορούσε να γίνει κατανοητή λόγω των προαναφερθέντων ελλειμμάτων είναι η εξής: Επειδή η ΕΕ είναι ένας εξ αντικειμένου ανύπαρκτος πολιτικός δρων, η Κύπρος θα γινόταν πλήρες μέλος ανεξαρτήτως λύσεως του κυπριακού. Όπως χαρακτηριστικά τονίσαμε ήδη το 1989, για ένα τρίτο ενδιαφερόμενο κράτος η ΕΕ είναι πολιτικός δρων μόνο στον βαθμό που το επηρεάζουν οι πολιτικές προεκτάσεις της νομικής έννομης τάξης. Διαπραγματευτικά, λοιπόν, ήταν αδύνατο να πει, σε τελικό τουλάχιστον στάδιο και αν εμείς εμμέναμε, ότι η Κύπρος δεν μπορεί να ενταχθεί, μιας και δεν μπορούσε να επικαλεστεί νομικά ή πολιτικά κριτήρια. Αν υπάρχει η Κοινότητα είναι ακριβώς γιατί επιβιώνει η Κοινοτική έννομη τάξη και η τυπική και ουσιαστική προσήλωση στο κράτος δικαίου, στους κανόνες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στην εν γένει διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα που εδράζεται στις αντιλήψεις περί «κράτους δικαίου». Όσον αφορά την Κύπρο, υπενθυμίζω, υπάρχει απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας και δεκάδες αποφάσεις της ΓΣ που στήριζαν την ανάγκη για σεβασμό της διεθνούς νομιμότητας.
Ως προς τις εσωτερικές της πτυχές του κυπριακού ζητήματος καλυπτόταν πλήρως από τις αρχές του κράτους δικαίου, από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, από την Συνθήκη της Γενεύης για τους έποικους και ασφαλώς από το σύνολο της κοινοτικής νομικής έννομης τάξης. Αυτές οι Συμβάσεις είναι νομικά δεσμευτικές για όλους και πολιτικά σχεδόν καταναγκαστικές, φτάνει ο ενδιαφερόμενος να το διεκδικήσει. Εν τούτοις: Αυτές τις συμβάσεις το σχέδιο Αναν επιχειρούσε να τις εξαιρέσει, σχεδόν ολοκληρωτικά. Πως λοιπόν μπορούμε να μιλούμε να μιλάμε για εθνική στρατηγική όταν καταμαρτυρείται ένα τόσο μεγάλο έλλειμμα ανάλυσης κα εκτίμησης των δεδομένων στο διεθνές σύστημα, τους διεθνείς θεσμούς και στην ΕΕ! Κατά την εκτίμησή μου, η ένταξη της ΚΔ και μάλιστα ανεξαρτήτως λύσης όπως ρητά γράφτηκε στην Πράξη Προσχώρησης, οφείλεται όχι στην (ανύπαρκτη) ελληνική στρατηγική αλλά στο γεγονός πως η ΕΕ ως συλλογικός οργανισμός, ούτε είχε ούτε έχει την δυνατότητα, νομικά και πολιτικά, να δράσει διαφορετικά κατά παρέκκλιση της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας. Με διαφορετικά λόγια: Η ένταξη ανεξαρτήτως λύσεως έγινε παρά τις αδυναμίες της ελληνικής στρατηγικής που στην συνέχεια αποδείχθηκε τόσο ελλειμματική ώστε να μην μπορεί ακόμη και να εκμεταλλευτεί πολιτικά αυτό το (τετελεσμένο) γεγονός.
Σημειώνουμε δύο καίριες και κρίσιμες πτυχές: Σ’ αυτή την φάση, παρατηρούμε τα εξής: Πρώτον, οι νομικοί, οι διεθνολόγοι και κυρίως οι νομικές υπηρεσίες του κράτους στην Ελλάδα και Κύπρο δεν έκαναν το έργο τους, δηλαδή, δεν παρήγαγαν ένα σχέδιο λύσης συμβατό με την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα, όπως επέβαλλε πλέον η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Δεύτερον, για κάποιους περίεργους και μυστήριους λόγους, στον δημόσιο διάλογο και στους κρατικούς θεσμούς της Ελλάδας κυριάρχησαν στελέχη του ΕΛΙΑΜΕΠ, φορείς των θέσεων και στάσεων που προαναφέραμε. Για να το θέσω διαφορετικά, ενώ οι υπέρ των εθνικών συμφερόντων ήπιες, μετριοπαθείς και αξιόπιστες αναλύσεις κυριαρχούσαν την δεκαετία του 1980 και το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1990, η κατάσταση αντιστράφηκε μετά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1990 όταν επικράτησαν ακραίες και εξτρεμιστικές φωνές που αφενός αποδυνάμωναν την ελληνική εθνική στρατηγική και που αφετέρου εμπόδισαν την ελληνική πλευρά να διαπραγματευτεί ορθολογιστικά με τους Τούρκους μια βιώσιμη λύση του Κυπριακού και των ελληνοτουρκικών «διαφορών» (κάτι βεβαίως που αν γινόταν δεν συνέφερε μόνο την ελληνική πλευρά αλλά και τα τουρκικά συμφέροντα αν η Άγκυρα συμμορφωνόταν με την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα – ειρήνη στην περιοχή, ομαλές συναλλαγές, ομαλή πορεία της Τουρκίας προς την Ευρώπη, αποδέσμευση πόρων για αναπτυξιακούς σκοπούς). Γι’ αυτούς τους λόγους δεν είναι να απορεί κανείς γιατί οδηγηθήκαμε στο καταστροφικό σχέδιο Αναν. Βέβαια, παρά τα ελλείμματα της εθνικής στρατηγικής, οι Κύπριοι δεν μπορούσαν να αυτοκτονήσουν συλλογικά και γι’ αυτό λειτουργώντας πιο ορθολογιστικά απ’ ότι οι ηγέτες τους. Είπαν όχι σ’ αυτούς που ήθελαν «να τους αυτοκτονήσουν». Με πολύ μεγάλο κόστος, θα έλεγα, που έκτοτε όλοι πληρώνουν και που ίσως ποτέ δεν θα αφήσει την ελληνική πλευρά να εγερθεί για να εκπληρώσει τον σκοπό μιας βιώσιμης λύσης που θα επανενώνει την Κυπριακή Δημοκρατία και θα δημιουργεί συνθήκες ειρηνικών σχέσεων μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας.
Στρατηγική λοιπόν υπήρξε, σχεδόν ερήμην των κυβερνήσεων και παρά τις ντόπιες εξτρεμιστικές φωνές, καθώς επίσης και παρά την απάθεια ή αρνητική στάση μέρους της πολιτικής ηγεσίας. Η ένταξη επιτεύχθηκε γιατί δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Η λύση όμως απαιτούσε μια καλύτερη αξιοποίηση της στρατηγικής που η ίδια η κοινωνία υποκίνησε αλλά η πολιτική ηγεσία αποδεικνύεται πως δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί ούτε κατ’ ελάχιστον. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει εθνική στρατηγική αλλά μια τελικά μακάβρια ηττοπαθής συναίνεση υπέρ του συνεχούς χαμηλώματος του πήχη των έσχατων λογικών, των κυριαρχικών δικαιωμάτων και της συλλογικής αξιοπρέπειας. Κανείς θα πρέπει να κατανοήσει πως αυτά δεν είναι άγνωστα φαινόμενα στην ανθρώπινη ιστορία και πως η αδυναμία μιας κυρίαρχης κοινωνίας να στηρίξει τις έσχατες λογικές της και την κυριαρχία της οδηγεί στην συρρίκνωσή της ή και στην εξαφάνισή της από την νομικοπολιτική συνομάδωση των ανεξαρτήτων κρατών.
*Ο Παναγιώτης Ήφαιστος είναι Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σπουδών - Παν/μιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών.
Στο πανεπιστήμιο διδάσκει, μεταξύ άλλων, Στρατηγική θεωρία, πολιτικές όψεις του διεθνούς συστήματος, τις πολιτικές όψεις των διεθνών θεσμών και τους διεθνούς δικαίου, τον ρόλο της ισχύος στην διεθνή πολιτική, τον ρόλο του πολέμου στις διεθνείς σχέσεις στην ιστορική διαδρομή των ανθρώπων, την θέση της ηθικής στην διεθνή πολιτική, ζητήματα διεθνούς πολιτικής οικονομίας και συνολικά οτιδήποτε αφορά την πολιτική θεωρία του διεθνούς συστήματος στα τρία επίπεδα ανάλυσης, δηλαδή του Ανθρώπου, του Κράτους και της Διεθνούς Πολιτικής.
*Σημείωση: Οι απόψεις των αρθρογράφων αποτελούν προσωπικές θέσεις και δεν αποτελούν τυχόν θέσεις του newshub.gr
-
05 Ιουνιου 2026, 19:00Ο Αντώνης Σαμαράς στο Ηράκλειο: Τι θα πει στην κεντρική του ομιλία στο «Νόημα - Κρήτη» (LIVE) -
05 Ιουνιου 2026, 22:56Αλίκη Καραμανλή: Ενοχλημένη με ψευδές δημοσίευμα-«Χρειάζεται μεγάλη προσοχή στη διαχείριση δήθεν πληροφοριών» -
04 Ιουνιου 2026, 17:44Θερινή άδεια: Τι ισχύει με το επίδομα αδείας, όλα όσα πρέπει να ξέρετε για τη χορήγηση των διακοπών -
05 Ιουνιου 2026, 12:40Αντώνης Σαμαράς από το Ηράκλειο: Μίλησε για τη φιλία του με το Σ. Αρναουτάκη - «Σιγήν ιχθύος» για το νέο κόμμα (Βίντεο) -
05 Ιουνιου 2026, 10:35Αυτοκτόνησε στη φυλακή η πρώην σύζυγος και ηθική αυτουργός στη δολοφονία του Πολωνού καθηγητή στην Αγία Παρασκευή -
05 Ιουνιου 2026, 21:04Επίθεση Σαμαρά σε Μητσοτάκη και Τσίπρα: «Και οι δύο ασκούν την ίδια πολιτική της... μαρκίζας» -Τι είπε για την ίδρυση κόμματος
