Η έννοια του Κρυφού Σχολειού στην περίοδο της Τουρκοκρατίας (μέρος Γ)
αγαπημένα σου στη Google
ΜΕΡΟΣ Γ
Η αμάθεια είναι από παντού βεβαιωμένη:
Ἐκ τῶν πολλῶν τῆς Ἀνατολῆς χωρῶν, αἵτινες ἐπέπρωτο νὰ καταπλακωθῶσιν ὑπὸ τὴν βαρεῖαν πλάκα τῆς βαρβαρότητος καὶ τῆς ἀποξενώσεως παντὸς ἐθνικοῦ χρήματος, πρωτίστως ἔλαβε δυστυχίαν νὰ εἶναι ἡ Μικρὰ Ἀσία ὡς πρωιμώτερον ἀπολέσασα τὴν προγονικὴν γλῶσσαν καὶ τὰ παρεπόμενα αὐτῇ εθνικὰ ἀγαθά. Ἀκόμη καὶ περὶ τὰ μέσα τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος (1750) οὐδαμοῦ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ὑπῆρχον σχολεῖα ἐκτὸς τῆς Σμύρνης καὶ τῆς Καισαρείας. Πανταχοῦ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας γενικὴ ὑπῆρχεν ἀμάθεια καὶ ἄγνοια τῶν ἐν τοῖς ναοῖς ἀναγιγνωσκομένων, ἅπερ κατὰ πατροπαράδοτον μόνον συνήθειαν ἦσαν ἐν χρήσει.[51]
Αυτή τη βεβαιωμένη αμάθεια δεν ήταν φυσικά δυνατόν να παραγνωρίσει και η τρέχουσα ιστοριογραφία της εκπαίδευσης. Ο Κ. Χατζόπουλος, στην καλά τεκμηριωμένη έρευνά του, παρότι εν τέλει αποφαίνεται κι αυτός, προφανώς επηρεασμένος από τον Αγγέλου, πως «το κρυφό σχολειό είναι ένας θρύλος», εν τούτοις, τιτλοφορώντας το σχετικό κεφάλαιο «Η περίοδος του σκότους» και συμπληρώνοντας πως «πυρήνας του θρύλου υπήρξε η παντελής σχεδόν έλλειψη σχολείων κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων αιώνων της τουρκοκρατίας, καθώς και η υποτυπώδης καλλιέργεια των γραμμάτων κατά την ίδια περίοδο στους νάρθηκες των εκκλησιών και στα κελιά των μοναστηριών», ουσιαστικά επιβεβαιώνει και αυτός μια ιστορική πραγματικότητα και μια έννοια που διαφύλαξε η προφορική λαϊκή παράδοση και η τέχνη.[52]
Βεβαίως, πρέπει να καταλήξουμε και στο διά ταύτα. Από την όλη έκθεση του θέματος, θα πρέπει να διακρίνουμε το μείζον από το έλασσον. Ποιο είναι λοιπόν το μείζον; Ότι, όπως προκύπτει από τις πηγές, τα θετικά τεκμήρια, δεν υπήρχε κανενός είδους εκπαίδευση των κατακτημένων Ελλήνων κατά τους δύο πρώτους αιώνες μετά την Άλωση, μέχρι δηλαδή την ίδρυση της πρώτης πατριαρχικής σχολής στα μέσα του 17ου αιώνα. Ακόμη και η ίδια η πατριαρχική σχολή πολύ απέχει από το να θεωρηθεί κανονικό εκπαιδευτήριο, αφού ήδη από τη βυζαντινή εποχή, όταν λειτουργούσε σε καθεστώς πλήρους ελευθερίας, δεν είχε αυτό το χαρακτηριστικό: «Η έννοια Πατριαρχική Σχολή είναι ιδιαιτέρως παραπλανητική…», γράφει ο Paul Magdalino για τον 12ο αιώνα, «…σύμφωνα με τα σύγχρονα ή τα δυτικά πρότυπα […] απείχε πολύ από το να είναι εκκλησιαστική κατά τρόπο συνεπή και ενιαίο».[53]
Ούτε ίχνος σχεδόν ελληνικής εκπαίδευσης, σχολείου ή σχολής, δεν βρέθηκε λοιπόν στην πορεία των γεγονότων, έτσι όπως αυτά έχουν φτάσει ώς εμάς. Επομένως, η ένσταση αυτών που υποστηρίζουν την ανυπαρξία του Κρυφού Σχολειού, στηριζόμενοι στην ανυπαρξία σχετικών τεκμηρίων, αντιστρέφεται: Η ανυπαρξία οποιουδήποτε σχολείου είναι το θέμα, το μείζον θέμα:
Εἰς τὰς ἐπαρχίας ὠργανώθη μὲν ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς Ἐκκλησίας ἡ Παιδεία, τοῦτο ὅμως ἔγινε πολὺ ἀργότερα, ὅταν οἱ καιροὶ ἦσαν περισσότερον πρόσφοροι. Πάντως ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἀπόκρυφον ἔργον συνετελεῖτο ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς συμφορᾶς εἰς τὰ μοναστήρια, ὅπου πρέπει νὰ τοποθετήσωμεν τὰ θρυλικὰ Κρυφὰ Σχολειά.[54]
Η τεκμηρίωση λοιπόν του όρου «Κρυφό Σχολειό» είναι ένα ζήτημα δευτερεύον. Το πρωτεύον είναι άλλο: Πως ούτε ένα σχολειό δεν βρέθηκε εκείνα τα χρόνια, και, μέσα σ’ αυτή την απουσία, κάθε κερί μπροστά σ’ ένα ψαλτήρι είναι προφανώς ένα Κρυφό Σχολειό. Γιατί; Διότι έτσι επέλεξε να το ονομάσει η λαϊκή παράδοση.
Δεν ψάχνουμε λοιπόν για το κρυφό, αλλά για το φανερό σχολειό. Εφόσον δεν το βρίσκουμε, είναι περιττό να αναζητούμε το κρυφό –υπάρχει εξ αντικειμένου. Αλλά προς τι αυτή η γενικευμένη μανία μερίδας των ιστοριογράφων μας; Για δύο λόγους: Πρώτον, διότι αυτή η μερίδα έχει προσδεθεί σε έναν ακραίο φυσιοκρατικό ιδεαλισμό, σύμφωνα με τον οποίο δεν υπάρχουν πραγματικότητες αλλά μύθοι –όπως και το ίδιο το έθνος εξάλλου–, και δεύτερον, διότι η ξαφνική αυτή επίθεση στηρίζει την τρέχουσα πολιτική ανάγκη: τον φιλο-οθωμανισμό.[55]
Αλλά, φυσικά, το ζήτημα του Κρυφού Σχολειού, όπως και κάθε ιστορικό ζήτημα, δεν είναι υπόθεση των ιστορικών, είναι υπόθεση του λαού. Ο ιστορικός δεν αποδίδει αυτός το αποκαταστημένο παρελθόν, δεν είναι αυθεντία, σαν τον θεολόγο του μεσαίωνα. Δεν περιμένουμε τον επιστήμονα ιστορικό για να αποκτήσουμε συνείδηση του κοινού μας παρελθόντος. Το παρελθόν βρίσκεται στο βίωμα μιας παράδοσης. Αυτό το έχει προαναγγείλει όλη η νεωτερικότητα, από τον Βολταίρο και μετά, από τον Χέρντερ μέχρι τον Ράνκε και τον Σαβινύ. Ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος το έχει διατυπώσει με τα έξοχα ελληνικά του:
Ἀλλ’ ὅμως ποῦ τῆς ὄντως ἐθνικῆς ἱστορίας ἡ κοιτίς; Ποῦ πρῶτον ἠχεῖ τῆς Κλειοῦς ἡ σάλπιγξ; Ἐν μέσῳ τοῦ ψιθύρου τῶν ὄχλων […] ὁσάκις κυροῖ ὁ λαός, ὁ αὐτουργὸς καὶ μάρτυς καὶ νόμιμος οὗτος δικαστὴς τῶν ἐξιστορουμένων.[56]
Έτσι λοιπόν έχει το ζήτημα: Το Κρυφό Σχολειό έχει αποτυπωθεί στη λόγια, τη δημώδη ποίηση και τη ζωγραφική και είναι μια βιωμένη λαϊκή παράδοση, μαρτυρημένη από πλήθος τεκμηρίων, που καθορίζουν το περιεχόμενο της έννοιας. Είναι δηλαδή μια αποφασισμένη λαϊκή πεποίθηση. Και σ’ αυτήν την πεποίθηση η επιστήμη της ιστορίας –αν δεν στοχεύει αλλού– δεν έχει τίποτα επιπλέον να προσθέσει.
[1] «Γνωστικά λοιπόν, δεν μπορούμε να φανταστούμε παρά μία μόνο Ιστορία και αυτή θα είναι η επιστημονική» (Β. Παναγιωτόπουλου, «Εθνική ιστορία ή μήπως εθνική μυθολογία;», Τα Νέα, 25-3-2011). Αυτός ο δυϊσμός όμως δεν κατανοεί τον ενιαίο χαρακτήρα της ιστορίας, η οποία αφορά την κοινωνία στο σύνολό της. Η συρρίκνωσή της στον «επιστημονισμό» την απομακρύνει από τη βιωμένη ιστορία των ανθρώπων και την εγκλωβίζει σ’ έναν κόσμο ιδεών, αφηρημένων οντοτήτων, υπονομεύοντας τελικά τον ίδιο τον επιστημονικό χαρακτήρα της.
[2] Marc Ferro, Les tabous de l’ Histoire, NiL, Παρίσι 2002, σ. 12.
[3] Την αρχή κάνει ο Α. Αγγέλου, με το μάλλον ασταθές σκεπτικιστικό του δοκίμιο Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός Μύθου, Εστία, Αθήνα 1997. Ακολουθούν: Αλ. Πολίτης, Το Μυθολογικό Κενό, Πόλις, Αθήνα 2000 και Π. Στάθης, «Το Κρυφό Σχολειό: Διαδρομές του Μύθου, Διαδρομές της Ιστορίας», Historein/Ιστορείν 4 (2003-2004). Εν συνεχεία, το ζήτημα περνάει στη δημοσιογραφική πολεμική. Ενδεικτικά: Β. Κρεμμυδά, «H Eκκλησία στο Eικοσιένα. Μύθοι και Ιδεολογήματα», Τα Νέα, 22-3-2005, Α. Λιάκου, «Είχε η Εκκλησία Εθνική Συνείδηση;», Το Βήμα, 25-03-2007, Ι. Γιαννουλόπουλου, «Ατυχείς Συγκυρίες», Το Βήμα, 17-6-2007, Α. Ηρακλείδη, «Η Ανάγκη για Μύθους. 25η Μαρτίου και Κρυφό Σχολειό», Τα Νέα, 22-3-2007 και Χ. Λούκου, «Απαλλαγή από τα Στερεότυπα», Το Βήμα, 25-3-2007. Η παράταξη κλείνει με την τηλεοπτική παραγωγή του ΣΚΑΙ «1821. Η γέννηση μιας ιδέας», σε επιμέλεια Θάνου Βερέμη, όπου η Επανάσταση του 1821 παρουσιάστηκε ως μια σειρά «δολοφονιών, που Έλληνες και Τούρκοι θέλουν να ξεχάσουν»! Το όλο εγχείρημα ανάγεται προφανώς σε γενικότερες ανάγκες της τρέχουσας πολιτικής: τον εξωραϊσμό της τουρκοκρατίας εξ αιτίας των αναγκών της ελληνοτουρκικής προσέγγισης. Είναι χαρακτηριστικό ότι έχουν ήδη συσταθεί ελληνοτουρκικές επιτροπές επανασυγγραφής της ιστορίας, προς την κατεύθυνση της εξομάλυνσης των εθνικών διαφορών. Πρόκειται δηλαδή ουσιαστικά για μια ιστορία κατά παραγγελίαν.
[4] Η 25η Μαρτίου εκλαμβάνεται έτσι ως «ελληνικός ιδρυτικός μύθος […] που στοχεύει στην απόδειξη της ακατάλυτης ενότητας του έθνους, παρουσιάζοντας τους Έλληνες του 1821 να εξεγείρονται εν σώματι την 25η Μαρτίου με τις ευλογίες της εκκλησίας» (Ελπίδα Βόγλη, «…έμελλεν ο Βασιλεύς Όθων να καθιερώση την 25 του Μαρτίου ως εθνικήν εορτήν», Ελευθεροτυπία, 26/3/2011). Φυσικά, μπορεί ο Όθων να καθιέρωσε την επέτειο, αλλά δεν το ’κανε αυθαίρετα. Αυτήν την ημερομηνία είχε επιλέξει ο Υψηλάντης και είχαν αποδεχθεί οι οπλαρχηγοί και οι πρόκριτοι, εννοείται με τις ευλογίες της Εκκλησίας (βλ. Θ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις Συμβάντων τῆς Ἑλληνικῆς Φυλῆς ἀπὸ τὰ 1770 ἕως τὰ 1836, Αθήνα 1846, σσ. 47-48, Ν. Σπηλιάδου, Ἀπομνημονεύματα, Αθήνα 1851, τόμ. 1, σ. 31, και Ν. Κασομούλης, Ἐνθυμήματα Στρατιωτικὰ τῆς Ἐπαναστάσεως τῶν Ἑλλήνων, Ἀθῆναι 1939, τόμ. Α΄, σ. 134).
[5] Βλ. ενδεικτικά Αντώνη Λιάκου, Πώς στοχάστηκαν το έθνος αυτοί που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο, Πόλις, Αθήνα 2005, όπου διατυπώνεται η ιδεοληπτική θέση ότι το έθνος δεν είναι ιστορική πραγματικότητα, αλλά απλή ιδέα και «…μοιάζει σαν ένα κείμενο το οποίο αλλάζει κάθε φορά ανάλογα με το “πρόγραμμα” στο οποίο το βάζουμε για να το διαβάσουμε» (σσ. 8-9). Ένα τέτοιο «πρόγραμμα» είναι η αποφυγή της «…εθνοκεντρικής ερμηνείας της επανάστασης του 1821, που έχει επιβάλει η κυρίαρχη ελληνοχριστιανική ιδεολογία» (Χρήστου Λούκου, «Μύθοι και στερεότυπα: προϋποθέσεις για μια ουσιαστική ανατροπή τους», Ελευθεροτυπία, 26-3-2011). Προφανώς, η σωστή ερμηνεία του ’21 απαιτεί πολυεθνική προσέγγιση, δηλαδή, όπως ο συγγραφέας το λέει, «…να γνωρίσουμε ουσιαστικά τον Άλλο, τους Τούρκους δηλαδή», και για τον σκοπό αυτό, θα έπρεπε η πολιτεία να βασιστεί στους ιστορικούς-επιστήμονες, οι οποίοι θα τη βοηθήσουν να «…αποδεσμεύσει τους πολίτες από μια εγκλωβισμένη σε στερεότυπα ιστορική γνώση»! (στο ίδιο). Δηλαδή, εν ολίγοις, κράτος και επιστήμονες αποφασίζουν να φρονηματίσουν τον λαό.
[6] Έλλη Σκοπετέα, Το «πρότυπο βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα. Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Πολύτυπο, Αθήνα 1988, σσ. 24-25. Φυσικά, δεν έπρεπε να φτάσουν ο Νέγρης με τον Γλαράκη και ο μαγικός 19ος αι., όπως πίστευε η Σκοπετέα, για να συγκροτηθεί συνείδηση ελληνικού έθνους, πέραν του οθωμανικού millet! Να υπενθυμίσουμε απλώς εδώ το πλήρως εξελληνισμένο Βυζάντιο μετά τον 11ο αιώνα και τη συνείδηση της εθνικής συνέχειας, που είναι σαφής στην πασίγνωστη λόγια βυζαντινή και μεταβυζαντινή παράδοση, από τον 14ο μέχρι τον 16ο αιώνα, στα κείμενα του Καβάσιλα, του Κυδώνη, του Πλήθωνα, του Σχολάριου, του Βησσαρίωνα ή των Ζυγομαλάδων. Ένα είναι σίγουρο: το ελληνικό έθνος δεν προέκυψε από τον Μωάμεθ και το οθωμανικό millet.
[7] «Τὰ δικαιώματα ταῦτα ἤσκει ὁ πατριάρχης, ἐφόσον οἱ κρατοῦντες ἐσέβοντο αὐτά, κατέπιπτον δὲ εἰς νεκρὸν γράμμα συνήθως, ὁσάκις ἤθελον αὐτοί […] πᾶσα ἡ ἐξουσία αὕτη ἦτο πολλάκις νεκρὸν ὄνομα» (Α. Διομήδη- Κυριακού, Δοκίμιον Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, Αθήνα 1870, σσ. 279-280). Για τη διαφορά μεταξύ προνομίου και δικαιώματος, βλ. συνοπτικά J. Coleman, Ιστορία της πολιτικής σκέψης, μτφρ. Γ. Χρηστίδης, Κριτική, Αθήνα 2006, τ. Β΄, σ. 117.
[8] Ωστόσο, σταθερός στόχος του Ισλάμ, όπως επιτάσσει η παράδοση του Κορανίου, είναι η παγκόσμια επικράτησή του, και επομένως οι κατακτημένοι Χριστιανοί αντιμετωπίζονται ως υποψήφιοι στόχοι της τζιχάντ, η οποία προηγείται από «μια επίσημη πρόσκληση προς τους απίστους να υποταχθούν στο Ισλάμ» (Αλέξιος Γ. Σαββίδης, Βυζάντιο, Μεσαιωνικός κόσμος και Ισλάμ, Παπαζήσης, Αθήνα 2004, σ. 192).
[9] «Μὴ λησμονήσωμεν τῷ ὄντι, ὅτι ἡ Ὑψηλὴ Πύλη δὲν ὑπέβαλε ποτὲ τοὺς Χριστιανοὺς ὡς μέλος ὀργανικὸν τοῦ ὀσμανικοῦ σώματος, ἀλλὰ μόνον ὡς προσάρτημα αὐτοῦ ὑπήκοον καὶ ὑπόφορον. Ἵνα μὴ ἀνατρέξωμεν εἰς χρόνους ἀρχαιοτέρους, τῇ 4/16 Αὐγούστου 1821 […] ἔλεγεν ἐν ἀπειλητικῇ πρὸς τὸ οἰκουμενικὸν πατριαρχεῖον ἐπιστολῇ: τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ ἔκπαλαι ὑπήκοον καὶ ὑπόφορον τῆς Ὑ. Πύλης» (Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τῶν καθ’ ἡμᾶς, Γαλαξίας, Αθήνα 1972, Βιβλίον 16ον, σ. 130). Για τα προνόμια βλ. Β. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία. Απ’ αρχής μέχρι σήμερον, Παπαδημητρίου, Αθήνα 1998, σσ. 688-691, Κ. Αμάντου, «Οι προνομιακοί ορισμοί του Μουσουλμανισμού υπέρ των Χριστιανών», Ελληνικά 9 (1936), σσ. 103-166, Ν. Πανταζόπουλου, «Τινά περί της εννοίας των προνομίων επί Τουρκοκρατίας», Ανάτυπον, Αρχείον Ιδιωτικού Δικαίου 10 (1943), και St. Runciman, H Μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία, μτφρ. Π. Αντωνοπούλου, Γκοβόστης, Αθήνα 2010, σσ. 201-212.
[10] Ο Δημήτρης Αποστολόπουλος έχει εντοπίσει τμήμα του Ιερού Κώδικα του Πατριαρχείου, από τα πρώτα χρόνια μετά την Άλωση, στη βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής του Τιμίου Σταυρού της Σάμου, συμβάλλοντας έτσι σημαντικά, μαζί με τις άλλες εργασίες του, στη μελέτη της ιστορίας του πατριαρχικού θεσμού, αλλά και της λόγιας γραμματείας, στην περίοδο της τουρκοκρατίας. Διαβάζουμε από τον Κώδικα του Πατριαρχείου, με ημερομηνία 10 Οκτωβρίου 1474, τα σχετικά με την επιβολή φόρου και την αποπομπή του Συμεών Α΄: «Ἡ Πόρτα προστάξει τοῦ κρατοῦντος ἐπέθηκεν ἡμῖν καὶ μὴ βουλόμενοι τὸ τοιοῦτον βάρος, προσθεῖσα καὶ ἀπειλὰς μεγίστας […] ἐνιστάμεθα γὰρ ἐπὶ πλείστας ἡμέρας, μὴ βουλόμενοι ὅλως τοσοῦτον βάρος […] ἀλλ’ ὡς ἡμέραι ἐπετείνοντο ἡμῖν τὰ δεινά. Τούς τε γὰρ ναοὺς ἔκλεισαν […] ἦλθεν εἰς ἡμᾶς ὁρισμὸς φρικώδης τοῦ κρατοῦντος κελεύων λαβεῖν τὸν πατριάρχην ἀπαραιτήτως τὸ πατριαρχεῖον. Εἰ δ’ ἄλλως ποιήσει καὶ ἐκεῖνος κινδυνεύσει καὶ ἡμεῖς ἅπαντες» (Δ. Αποστολόπουλος, Ο «Ιερός Κώδιξ» του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στο β΄ μισό του ΙΕ΄ αιώνα. Τα μόνα γνωστά σπαράγματα, ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1992, σ. 91).
[11] Για μια συνοπτική έκθεση των απαγορεύσεων βλ. Α. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Ηρόδοτος, Αθήνα 2008, τόμ. Β΄, σσ. 48-51, όπου δίνεται και μια περιληπτική περιγραφή των βασικών σχετικών μελετών του Crusius και του Gerlach.
[12] Ο Gustav Geib σημειώνει στα 1835 με την ακρίβεια ενός νομικού: «Κάτω από την τουρκική κυριαρχία […] μια τάξη τουλάχιστον, ο κλήρος, εξακολουθούσε να βρίσκεται σε σχετικά καλύτερη θέση […] διατηρούσε κάποια αυτονομία…» (Dr. Gustav Geib, Παρουσίαση της κατάστασης του Δικαίου στην Ελλάδα, στη διάρκεια της τουρκοκρατίας ώς τον ερχομό του Βασιλιά Όθωνα του Α΄, μτφρ. Ίρις Αυδή-Καλκάνη, Γκοβόστης, Αθήνα χ.χ. σ. 59). Την ίδια νομική ακρίβεια βρίσκουμε και στον Ν. Μοσχοβάκη: «…ἡ ἐκκλησία κατέστη τάξις ἰδία, ἢ ὡς κλήρος» (Ν. Μοσχοβάκη, Τὸ ἐν Ἑλλάδι Δημόσιον Δίκαιον ἐπὶ Τουρκοκρατίας, Ἐν Ἀθήναις 1882, σ. 48).
[13] Ν. Πανταζόπουλου, Μελετήματα για τον Ρήγα Βελεστινλή, Επ. Εταιρία Μελέτης Φερών – Βελεστίνου – Ρήγα, Αθήνα 1998, σ. 15.
[14] «Παρείχετο ἐσωτερικὴ αὐτοδιοίκησις, ὁ καθορισμὸς τῶν λεπτομερειῶν τῆς ὁποίας ἦτο ἀδύνατος καὶ περιττός […] καὶ εἰς τὰ ὄμματα τῶν μουσουλμάνων δὲν ἦτο προνόμιον, ἀλλὰ μειονέκτημα (ἐγκατάλειψις εἰς τὴν ἁρμόζουσαν διὰ τοὺς ἀπίστους ἐλεεινὴν κατάστασιν αὐτῶν)», παρατηρεί με οξυδέρκεια ο Στεφανίδης (ό.π., σ. 689).
[15] Μ. Crusius, Turcograecia, Bασιλεία 1584, σ. 94.
[16] Frederick Rosen, Ο ελληνικός εθνικισμός και ο βρετανικός φιλελευθερισμός, ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1998, σσ. 36-37.
[17] Φυσικά, είναι εντελώς απλοϊκή η άποψη πως η πνευματική αυτή παρακμή οφείλεται «…στη φυγή των βυζαντινών λογίων στη Δύση» και όχι στις αρνητικές συνέπειες της κατάκτησης (βλ. Π. Στάθη, «Κρυφό Σχολειό: τα ιστορικά δεδομένα για τον αβάσιμο ισχυρισμό», Ελευθεροτυπία, 26/3/2011). Διότι ακριβώς η ίδια η φυγή είναι αποτέλεσμα της κατάκτησης.
[18] Α. Κάλλιστος, Μονῳδία ἐπὶ τῇ δυστυχεῖ Κωνσταντινουπόλει, PG 116.
[19] Η σημαντική αυτή για την ιστορία και το περιεχόμενο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού επιστολή Κωνσταντά, από το αρχείο της Βιβλιοθήκης Μηλεών, είναι δημοσιευμένη και σχολιασμένη στο Α. Διαμαντή, «Τα φώτα και η φθοροποιός των Ελλήνων αποστασία», Τα Ιστορικά 48 (2008), σσ. 33-54.
[20] Για τις τραγικές συνέπειες του οθωμανικού παιδομαζώματος βλ. την πρόσφατη εξαιρετική εργασία του Αναστασίου Γούναρη, Ιστορία του παιδομαζώματος κατά την Τουρκοκρατία, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήνα 2010. Περίπου 3.000 παιδιά 8-14 ετών στρατολογούσαν οι οθωμανικές αρχές ετησίως (σσ. 128-129).
[21] Ν. Iorga, Notes et extraits pour servir a l’ histoire des croisades au XVe siècle, Βουκουρέστι 1916, τόμ. ΣΤ΄, σ. 47.
[22] Γ. Νικολάου, Εξισλαμισμοί στην Πελοπόννησο. Από τα μέσα του 17ου αιώνα έως το 1821, Ηρόδοτος, Αθήνα 2006, σ. 23. Η φιλο-οθωμανική όμως ιστοριογραφική μας μερίδα έχει καταλήξει σε δικό της επιστημονικό συμπέρασμα: πως «…η οθωμανική περίοδος ώς και το 1914 μπορεί να θεωρηθεί ως μία από τις πλέον ευνοϊκές συμβιώσεις κυρίαρχων μουσουλμάνων και υποτελών χριστιανών»! (Α. Ηρακλείδης, Η Ελλάδα και ο εξ Ανατολών Κίνδυνος, Αθήνα 2001, σ. 104).
[23] Μ. Crusius,Turcograecia, Bασιλεία 1584, σσ. 93-94 και 431-437. Πρβλ. και το πολύ καλά τεκμηριωμένο δοκίμιο, Γεώργιος Κεκαυμένος, «Το Κρυφό Σχολειό και η Ιστορία: οι πηγές, οι μαρτυρίες, η αλήθεια», Αντίβαρο, 25/3/2008.
[24] Κ. Β. Σκουτέρη, Κείμενα του Νέου Ελληνισμού, Εκκλησιαστικαί Εκδόσεις Εθνικής Εκατονπεντηκονταετηρίδος, εν Αθήναις 1971, σσ. 35-36, και Γ. Κεκαυμένος, ό.π. Ο Γεννάδιος, κορυφαίος αριστοτελικός φιλόσοφος του Βυζαντίου, γνωρίζει, φυσικά, και την τεράστια μετάπτωση του ελληνισμού από τη βυζαντινή αναγέννηση στη γενικευμένη αμάθεια της οθωμανικής περιόδου. Ωστόσο, εντυπωσιάζει η πλήρης άγνοια ακόμη και των πιο στοιχειωδών θεμάτων της βυζαντινής ιστορίας: «Το ίδιο θρησκευτική ήταν η εκπαίδευση και στους οθωμανούς, το ίδιο και στους βυζαντινούς. Και στο Βυζάντιο […] λίγοι μάθαιναν τα βασικά γράμματα, κυρίως από κληρικούς στις εκκλησίες»! (Π. Στάθη, «Κρυφό σχολειό…», ό.π.). Το να αγνοεί κάποιος ακόμη και τα βασικά της βυζαντινής ιστορίας, πως η θύραθεν παιδεία διαχωρίζεται από την εκκλησιαστική και πως το Βυζάντιο, από την εποχή του Φωτίου και μετά, έχει περάσει στη συστηματική μελέτη και τον σχολιασμό της κλασικής ελληνικής γραμματείας –το να αγνοεί κάποιος δηλαδή τον βυζαντινό ουμανισμό– είναι ενδεικτικό της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η σημερινή ελληνική ιστοριογραφία.
[25] Gerhard Podskalsky, Η ελληνική θεολογία επί τουρκοκρατίας, 1453-1821, μτφρ. π. Γ. Μεταλληνός, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2005, σσ. 29-35.
[26] Α. Διομήδη- Κυριακού, ό.π., σ. 272.
[27] St. Runciman, Η Μεγάλη Εκκλησία…, ό.π., σ. 237. Και συμπληρώνει ο Ράνσιμαν: «Ο Sir Paul ήταν καλά πληροφορημένος». Αλλά ο Α. Ηρακλείδης διαφωνεί με τον Sir Paul, διότι «η Οθωμανική αυτοκρατορία […] θεωρούσε τους Ρωμιούς […] συνεταίρους της στη διοίκηση της αχανούς χώρας»! (Α. Ηρακλείδη, «Η Ανάγκη για Μύθους. 25η Μαρτίου και Κρυφό Σχολειό», Τα Νέα, 22-3-2007).
[28] Α. Διομήδη- Κυριακού, ό.π., σ. 299.
[29] Μ. Crusius, Turcograecia…, ό.π., σ. 94. Για τους Ζυγομαλάδες και τη σχέση τους με τον Μαρτίνο Κρούσιο, βλ. την πρόσφατη σημαντική συμβολή Σ. Περεντίδης – Γ. Στείρης (επιμ.), Ιωάννης και Θεοδόσιος Ζυγομαλάς, Δαίδαλος, Αθήνα 2009.
[30] Α. Λιάκος, «Είχε η Εκκλησία Εθνική Συνείδηση;», Το Βήμα, 25-3-2007.
[31] Γ. Βλαχογιάννης, «Το Κρυφό Σκολειό», Νέα Εστία 38 (1945), σ. 678-683.
[32] Γ. Βλαχογιάννης, Καραϊσκάκης, Αθήνα χ.χ., σ. 152. Α. Αγγέλου, ό.π., σ. 14.
[33] Σ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Λονδίνο 1860, τόμ. 1, σσ. 194-195.
[34] Ἰ. Ρίζος-Νερουλός, Ἱστορία τῶν Γραμμάτων παρὰ τοῖς Νεωτέροις Ἕλλησι, Αθήνα 1870, σ. 64. Επομένως, η άποψη πως «καμία απαγόρευση σχολείου δεν έχει επισημανθεί […] στα χρόνια της τουρκοκρατίας»,φυσικά δεν είναι σωστή (Α. Πολίτης, Το Μυθολογικό Κενό, Αθήνα 2000, σ. 26).
[35] Μανουὴλ Γεδεών, Ἱστορία τῶν τοῦ Χριστοῦ Πενήτων, 1453-1913, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2010, σσ. 179-180.
[36] G. Podskalsky, Η θεολογία…, ό.π., σ. 101· πρβλ. και Ν.Ε. Σκιαδά, «Το τυπογραφείον του πατρ. Γρηγορ?
*Σημείωση: Οι απόψεις των αρθρογράφων αποτελούν προσωπικές θέσεις και δεν αποτελούν τυχόν θέσεις του newshub.gr
-
29 Μαΐου 2026, 22:12Χανιά: Βαρύ πένθος για τον ξαφνικό χαμό του Μανόλη Βαρουξάκη -
30 Μαΐου 2026, 09:30Πένθος για την Γιάννα Αγγελοπούλου Δασκαλάκη-Έφυγε από τη ζωή η μητέρα της Μαρίκα -
29 Μαΐου 2026, 10:00Γρηγόρης Πασπάτης: Το «Νόημα-Κρήτη» θέλει να ανοίξει τον δημόσιο διάλογο για την Ελλάδα του αύριο! (podcast) -
29 Μαΐου 2026, 12:15Βολές στο κέντρο... της Παρασκευής! -
30 Μαΐου 2026, 08:40Αποκαλύψεις για το άγριο έγκλημα στη Μεσσαρά με θύμα τον πρόεδρο της κοινότητας Απεσωκαρίου-"Κλίμα «τρομοκρατίας" -
30 Μαΐου 2026, 07:15Γιάννης Πρεκατσουνάκης: Η Μάχη του Ηρακλείου 20-29 Μαΐου 1941 (podcast)
