Τα γεγονότα στον Κρεββατά την Κατοχή
αγαπημένα σου στη Google
Μετά τα γεγονότα και τη μάχη της Σύμης Βιάννου κατά τη Γερμανική κατοχή, ακολούθησαν οι εκτελέσεις των κατοίκων σε αντίποινα από τους Γερμανούς στις 14-9-1943, ημέρα του Τιμίου Σταυρού, σε όλη την επαρχία Βιάννου και τα χωριά της Δυτικής Ιεράπετρας.
Οι Γερμανοί λίγο μετά το μεσημέρι ήρθαν στον Κρεββατά από το δρόμο των Αμιρών. Στην είσοδο του χωριού χωρίστηκαν σε ομάδες που έφυγαν και κύκλωσαν το χωριό. Έβαλαν σκοπούς που δεν επέτρεπαν την έξοδο από το χωριό.
Μία ομάδα ήρθε από τη Δυτική άκρη του χωριού που βρισκόταν το καφενείο του Ματθαίου Αγγελάκη. Βρήκαν στο καφενείο τον 19χρονο γιό του Στυλιανό και τον οδήγησαν στην αυλή του καφενείου. Ο Στέλιος κατάλαβε ότι θα τον εκτελούσαν και άρχισε να τρέχει προς το ποτάμι. Μια σφαίρα τον χτύπησε ξυστά στο κεφάλι και έπεσε στο έδαφος παριστάνοντας τον νεκρό. Προχώρησαν οι Γερμανοί στο επόμενο σπίτι και η μητέρα του άρχισε να κλαίει και να οδύρεται βλέποντας τον γιό της πεσμένο. Τον πλησίασε και αυτός τη λυπήθηκε και της είπε ότι δεν είχε κάτι σοβαρό. Έφυγε η μάνα. Ένας Γερμανός σκοπός παρακολουθούσε τη σκηνή. Μόλις έφυγε η μάνα πήγε και τον εκτέλεσε. Η μητέρα του δεν το ξεπέρασε ποτέ.
Στο επόμενο σπίτι του Μανώλη Ζωάκη μπήκαν και πήραν τον οικοδεσπότη τον οποίο εκτέλεσαν ενώ έβγαινε από την πόρτα του σπιτιού του. Στη συνέχεια πήραν τον νεαρό υπηρέτη του, Σταύρο Μακρυγιωργάκη από τα Αμιρά και τον έβγαλαν έξω από το σπίτι. Αυτός είχε παρακολουθήσει την εκτέλεση των δύο άλλων και άρχισε να τρέχει προς το ποτάμι. Τελικά σώθηκε και κρυβόταν μια εβδομάδα στον Λαχταριδιά, ανάμεσα στις μέλισσες.

Τον πατέρα του Μανώλη, τον γέροντα Νικόλαο Χατζή Σπύρου Ζωάκη, 83 ετών, άρρωστο και ανήμπορο να κινηθεί τον σκότωσαν στο ίδιο σπίτι και στο κρεββάτι που ήταν ξαπλωμένος. Τον έσφαξαν με την ξιφολόγχη.
Πιο πέρα συνάντησαν τον Νικόλαο Παπαδημητρόπουλο ο οποίος επέστρεφε από το περιβόλι του και τον εκτέλεσαν στη μέση του δρόμου.
Στο διπλανό σπίτι βρήκαν το Ζαχαρία Χατζάκη. Τον έβγαλαν έξω από το σπίτι και τον εκτέλεσαν. Έπεσε νεκρός μέσα στον καταπότη (κανάλι νερού) που υπήρχε εκεί.
Προχώρησαν στο σπίτι του Νικολάου Πολ. Αγγελάκη του άνδρα της Σοφίας της Καλαμιώτισσας. Βρισκόταν με τη γυναίκα του και τα πέντε παιδιά του στο σπίτι. Τον πήραν ενώ τα παιδιά του με τη γυναίκα του προσπαθούσαν να τους εμποδίσουν. Έκλεισαν την Σοφία με τα παιδιά της στο σπίτι και τον εκτέλεσαν στην αυλή του σπιτιού του.
Στο διπλανό σπίτι βρήκαν τον άνδρα της Πεντάρφανης, τον Αγγελάκη Εμμανουήλ του Κωνσταντίνου. Τον εκτέλεσαν στην αυλή του σπιτιού του, έξω από το παλιό Δημοτικό Σχολείο ενώ η κόρη του Ελένη έκλαιγε και τον κρατούσε από το παντελόνι.

Η Εκκλησία του χωριού πριν το 1968 με τον φοίνικα στην αυλή. Μπροστά διακρίνεται το δώμα του Γεωργίου Ζωάκη. Εκεί έστησαν οι Γερμανοί τους Κρεββατιανούς και τους εκτέλεσαν. Για πολλά χρόνια φαινόταν τα αίματα των σκοτωμένων πάνω στις πέτρες που διακρίνονται. (Αρχείο: Νίκου Αγγελάκη Κολύμπαρου).
Στο επόμενο σπίτι βρήκαν τον Γεώργιο Χ΄ Σπ΄ Ζωάκη, πατέρα του δικηγόρου Σπύρου Ζώη. Τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στο δώμα του Κουτσοχέρη.
Άλλη ομάδα των Γερμανών προχώρησε ανατολικά και ήρθε από το δρόμο που οδηγεί στο Κεφαλοβρύσι, απο την Πάνω Γειτονιά.
Στο πρώτο σπίτι βρήκαν το γιό του Κολύμπαρου Ιωάννη Ν. Αγγελάκη 49 ετών. Είχε πάρει παράσημο ανδρείας στον Ελληνοβουλγαρικό πόλεμο του 1913. Τον οδήγησαν στον τόπο συγκέντρωσης και τον εκτέλεσαν καθισμένο σε μια πέτρα με μια σφαίρα στο μέτωπο. Καθισμένο και χαμογελαστό τον θυμάται η νύφη του Ελένη. Έτσι έμεινε και έτσι ξύλιασε, σαν γονατιστός και δεόμενος, και με δυσκολία τον έβαλαν τον μνήμα μαζί με άλλους δυο σκοτωμένους.
Κατηφορίζοντας στο επόμενο σπίτι βρήκαν τον ανάπηρο, από τη Μικρασιατική Καταστροφή, Αγγελάκη Στέργιο του Εμμανουήλ. Δεν μπορούσε να μετακινηθεί και τον σκότωσαν στην αυλή του σπιτιού του. Τα παιδιά του τυχαία πήγαν νερό στις κατσίκες στην Γιαννούλα, (τοποθεσία του Χωριού), άκουσαν τους πυροβολισμούς, φοβήθηκαν, έτρεξαν και κρύφτηκαν στα Ξεβγάρματα στην καυκάρα ενός μεγάλου πρίνου ανάμεσα στους βάτους. Τελικά σώθηκαν.
Στη συνέχεια ήρθαν στο διπλανό σπίτι του Λεωνίδα Αγγελάκη. Ο γέροντας Λεωνίδας βγήκε με τη ρακή και σταφύλια και κέρασε τους Γερμανούς στην αυλή του πιστεύοντας ότι δεν θα τον πειράξουν. Ήπιαν τη ρακή και ζήτησαν και άλλη. Όταν αυτός πήγαινε στο σπίτι να φέρει, τον πυροβόλησαν πισώπλατα και τον σκότωσαν στην αυλή του σπιτιού του.
Στο διπλανό σπίτι βρήκαν τον Ελευθέριο Στιβακτάκη από το Συκολόγο που ήταν γαμβρός στον Κρεββατά. Τον πυροβόλησαν ενώ βρισκόταν στην κουζίνα του σπιτιού του. Τον τραυμάτισαν βαριά αλλά δεν του έδωσαν χαριστική βολή και επέζησε. Κρυβόταν για καιρό στην Πάνω Βρύση (τοποθεσία) στις μυρτιές όπου τον περιέθαλπαν οι Κρεββατιανοί.
Δίπλα στο σπίτι του Άγγελου Αγγελάκη βρισκόταν αρκετοί χωριανοί. Οι Γερμανοί σκότωσαν στην αυλή τον Αγροφύλακα Ελευθέριο Βερυκοκάκη από τα Αμιρά που βρισκόταν στο χωριό λόγω της εορτής του Τιμίου Σταυρού. Νόμισαν ότι δεν υπάρχει άλλος στο σπίτι και έφυγαν.
Αμέσως μετά ένας Γερμανός βρήκε στο σπίτι του Αριστείδη Αγγελάκη τον αδερφό του Γιώργη Αγγελάκη (Σπιρτά) 19 ετών και την αδερφή του Μαρία που ήταν άρρωστη. Έσπρωξε τον Γιώργη και τον έκρυψε κάτω από το Κρεββάτι λέγοντας του με νοήματα να μείνει εκεί, διότι αν τον δουν άλλοι θα τον σκοτώσουν. Μου το είπε ο ίδιος.
Πιο κάτω άλλοι Γερμανοί βρήκαν στο σπίτι του το Νικόλαο Αγγελάκη του Γεωργίου με τη γυναίκα του και τα τέσσερα κοριτσάκια του. Τον πήραν έξω απο το σπίτι, έκλεισαν την πόρτα και τον εκτέλεσαν.
Στο διπλανό σπίτι του δασκάλου Μιχάλη Κυπριωτάκη κάποιοι κρύφτηκαν στον Αχυρώνα. Ο πενθερός του Ζωάκης Εμμανουήλ του Χ’ Ιωάννου, 70 ετών, δεν πρόλαβε να κρυφτεί αν και τον ειδοποίησε ο γαμβρός του. Τον πυροβόλησαν πισώπλατα στην είσοδο του σπιτιού του.
Πιο πέρα, στο σπίτι του, βρέθηκε και ο Ζωάκης Εμμανουήλ του Σπυρίδωνα, ο πατέρας του Στέλιου Ζωάκη του ράφτη από το Κεφαλοβρύσι. Τον έβγαλαν στην αυλή του σπιτιού του και τον πυροβόλησαν πισώπλατα. Πίσω του η γυναίκα του Αναστασία και τα τέσσερα κοριτσάκια τους έκλαιγαν απαρηγόρητα.
Επιστρέφοντας προς Ανατολάς συνάντησαν τον Ιερέα του χωριού Λεωνίδα Πνευματικάκη από το Βαχό που είχε έρθει στο χωριό για τη λειτουργία. Του είχαν προτείνει να φύγει και να κρυφτεί αλλά αρνήθηκε. Κρατούσε τον Αγιασμό και το Σταυρό στο χέρι για να φωτίσει και να παρηγορήσει τους χωριανούς. Τον πυροβόλησαν στην είσοδο του σπιτιού της Δανάης Μιχαλογιαννάκη και έπεσε ο μισός μέσα στο σπίτι και ο υπόλοιπος έξω.
Μετά προχώρησαν προς της Εκκλησία. Στο δρόμο τους συνάντησαν το σπίτι του παππού μου Νικολάου Καρακωνσταντάκη τον οποίο και οδήγησαν δίπλα στο δώμα του Κουτσοχέρη.
Στο επόμενο σπίτι βρήκαν τον Μάριο ή Μαρή Νικολάου Χ’ Σπ΄ Ζωάκη τον αποκεφάλισαν με την ξιφολόγχη και αυτό στο κρεββάτι του. Τον βρήκε η ανιψιά του Μαρίκα που πήγε να τον επισκεφτεί σε μια λίμνη αίματος. Το σοκ δεν το ξεπέρασε ποτέ.
Η Τρίτη ομάδα ξεκίνησε απο το ανατολικό άκρο του χωριού.
Βρήκαν τον Ιωάννη Δημητρογιαννάκη στο σπίτι του και τον οδήγησαν στο δώμα του Κουτσοχέρη. Κάτω από το δρόμο, έξω από το σπίτι της Κυριακής του Μαρκόπουλου, βρήκαν τον νεαρό Δημήτρη Αγγελάκη εγγονό του Κολύμπαρου και με μια ριπή τον εκτέλεσαν. Φοβήθηκαν μήπως τους φύγει.
Μετά σταμάτησαν λίγο για να ξεκουραστούν. Ο Κωνσταντίνος Αγγελάκης (Ζουριδόκωστας) κρυβόταν έξω από το χωριό. Όταν σταμάτησαν οι πυροβολισμοί νόμισε ότι έφυγαν οι Γερμανοί και προσπάθησε να έρθει στο σπίτι του που βρισκόταν στο ανατολικό άκρο του χωριού. Τον είδε ένας Γερμανός σκοπός και τον οδήγησε στον τόπο εκτέλεσης.
Αφού συγκέντρωσαν όσους βρήκαν στο δώμα του Κουτσοχέρη, έστησαν τα πολυβόλα και τους εκτέλεσαν. Μετά ένας Γερμανός έδωσε και τη χαριστική βολή σε όλους.
Μια συγκλονιστική περιγραφή
Συγκλονιστική είναι η περιγραφή του δωδεκάχρονου Νίκου Διακάκη που πέρασε από το σημείο αυτό λίγο μετά τις εκτελέσεις.
«14 Σεπτεμβρίου 1943. Μέρα σημαδιακή της ψυχής μου, που έζησα κατά παράξενη συγκυρία, το δράμα του μικρού χωριού μου Κρεββατά. Οι δρόμοι του, κείνο το απομεσήμερο, ήταν έρημοι από ζωή, διάσπαρτοι όμως από τα κουφάρια της Γερμανικής θηριωδίας. Μόνος ζωντανός εγώ, ανάμεσα σε τόσους σκοτωμένους, διάβηκα από την μίαν άκρη ως την άλλη και αντίκρυσα άθελά μου, όλο το μακάβριο θέαμα.
Άλλοι ξαπλωτοί, άλλοι καθιστοί, άλλοι μπρούμητα ή ανάσκελα, σε μικρές λιμνούλες κατακόκκινες, δημιουργούσαν φρικιαστικό και αποτρόπαιο τοπίο. Ο Γιάννης Αγγελάκης χτυπημένος στο κούτελο, έμεινε καθισμένος σε μια πέτρα. Ο Γιάννης Δημητρογιαννάκης δάγκανε απειλητικά το δάχτυλο του χεριού του και παράμεινε απειλητικός και μετά θάνατον. Ο παπά Λεωνίδας πεσμένος στην πόρτα ενός σπιτιού με το σώμα του στο σπίτι και τα πόδια του στην αυλή. Ένας άνδρας πεσμένος στα λασπόνερα του καταπότη. Πιο πέρα νεκρός ο παππούς μου. Απέναντι ένας άλλος άνδρας χτυπημένος, έγειρε εμπρός το κεφάλι, γονάτισε και έμεινε γονατιστός. Στη συνείδηση μου καταγράφηκε ως δεόμενος νεκρός. Από το χωριό είχαν διαβεί οι ορδές των βαρβάρων ».
Την ίδια μέρα στην τοποθεσία Λυγιά σκότωσαν και την Ελένη Γ. Μαρή με το επτάχρονο αγοράκι της το Μιχάλη που τους βρήκαν ενώ είχαν πάει φαγητό στον άνδρα της που κρυβόταν στο φαράγγι της Άρβης.
Επίσης δολοφόνησαν στον Κόρνια το χωριανό μας Νικόλαο Μ. Ζωάκη 31 ετών. Ο Ζωάκης πολέμησε στη μάχη της Σύμης και μετά κρύφτηκε με άλλους τρεις στο Φαράγγι του Κόρνια για να αποφύγουν τα αντίποινα των Γερμανών. Τους βρήκαν εκεί που κρυβόταν και επειδή δεν μπορούσαν να τους πλησιάσουν, έριχναν χειροβομβίδες μέχρι που τους σκότωσαν. Μετά από 20 μέρες τους έβγαλαν με σχοινιά και του έθαψαν στα χωριά τους. Τα όρνεα είχαν φάει πολλά μέλη από τα σώματα τους.
Στο τέλος επέτρεψαν στις γυναίκες να δουν τους νεκρούς με την παρατήρηση να τους θάψουν διαφορετικά θα τους έκαιγαν.
Στη συνέχεια, οι Γερμανοί μαζεύτηκαν και γιόρτασαν την νίκη τους εναντίον των αμάχων, με ένα φωνόγραφο που βρήκαν, στο δώμα του Εμμανουήλ Ζωάκη (Καβέ), δεξιά μετά την εκκλησία προς τον Άγιο Βασίλειο.
Κάποιος από αυτούς προσπάθησε να αρπάξει και την πανέμορφη κοπέλα Άννα Καρακωνσταντάκη που βρισκόταν στο σπίτι της νονάς της Κυριακής. Άρχισε τα κλάματα και τις φωνές, του ξέφυγε και κρύφτηκε στις μυρτιές στην Πάνω βρύση.
Το απόγευμα αναχώρησαν για τον Άγιο Βασίλειο όπου εκτέλεσαν ένα ακόμη χωριανό που έμενε εκεί, τον δικηγόρο Δημήτριο Κονδυλάκη . Ο γιός του Ματθαίου Αγγελάκη, ο Μανόλης στήθηκε στη γραμμή των εκτελέσεων, στον Άγιο Βασίλειο που βρέθηκε, αλλά σώθηκε όταν καταπλακώθηκε από άλλους νεκρούς και οι Γερμανοί τον θεώρησαν σκοτωμένο.
Ξεκίνησαν οι γυναίκες το δύσκολο έργο της μεταφοράς των σκοτωμένων. Σε μια κουβέρτα έβαζαν τους νεκρούς και τους μετέφεραν ανά τέσσερις στο νεκροταφείο. Τους έβαζαν δύο και τρείς μαζί σε κάθε τάφο αφού τα μνήματα ήταν επτά και οι νεκροί 19.
Τον Π. Λεωνίδα Πνευματικάκη τιμητικά τον έβαλαν στον τάφο του π. Κωστή Αγγελάκη μόνο του.
Την επομένη ο Γεώργιος Μαρής έφερα από τη Λυγιά τη γυναίκα του και το γιό του και τους ενταφίασε στην άκρη του νεκροταφείου αφού δεν υπήρχαν τάφοι. Έσκαψε ένα τάφο μόνος του και τους ενταφίασε.
Παρατηρούμε ότι απο όλα τα σπίτια υπήρχε τουλάχιστον ένας νεκρός.
Άρχισαν οι δύσκολες μέρες για όλους τους επιζήσαντες.
Παρά την απελπισία τους αρκετοί Κρεββατιανοί από αυτούς που γλύτωσαν βοηθούσαν τους αντάρτες που δεν έφυγαν στα χωριά τους και κρυβόταν στον Λαχταριδιά, ανάμεσα στις μέλισσες. Και μετά απο 20 μέρες περίπου σε συγκέντρωση που έγινε στο σπίτι του Γεωργίου Ζωάκη (Κουτσοχέρη) αποφασίστηκε η συνέχιση της αντίστασης κατά των Γερμανών!
Μετά από ένα μήνα περίπου οι κάτοικοι ενημερώθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους γιατί οι Γερμανοί θα τα κατέστρεφαν. Πήρε ο καθένας ότι μπορούσε να μεταφέρει από το σπίτι του και πήγαν στα διπλανά χωριά.
Στις 14 Οκτωβρίου 1943 ήρθε το Μηχανικό των Γερμανικών δυνάμεων και ξεκίνησε από το Κεφαλοβρύσι. Στον Κρεββατά έμειναν τρείς μέρες στις 16, 17 και 18 Οκτωβρίου. Άρχισαν τις λεηλασίες, πήραν ή κατέστρεψαν ότι είχαν μέσα, τρόφιμα και εξοπλισμό, τα οποία χρησιμοποιούσαν ή πουλούσαν στους μαυραγορίτες της εποχής. Τρόφιμα που δεν μπορούσαν να μεταφέρουν, τα σκορπούσαν στους δρόμους. Το λάδι το έχυναν στους καταπότες. Κατόπιν έκαψαν και ανατίναξαν με δυναμίτες όλα τα σπίτια (εβδομήντα). Ακόμη και το κτήριο του Δημ. Σχολείου στο Παπούρι γκρέμισαν. Μόνο την Εκκλησία του χωριού, αφού πήραν ότι τους άρεσε, άφησαν όπως ήταν. Οι κρότοι από τους δυναμίτες ακουγόταν από όλα τα διπλανά χωριά ενώ σύννεφα καπνού και σκόνης γέμισαν τον ουρανό. Υπάρχουν ακόμη και σήμερα ερειπωμένα σπίτια από τότε που δεν ξαναφτιάχτηκαν.
Μετά από την καταστροφή των σπιτιών τους, οι κάτοικοι που έμειναν, ζήτησαν να τους επιτραπεί το μάζεμα του ελαιόκαρπου αλλά οι Γερμανοί αρνήθηκαν. Έτσι όλη η σοδειά του χειμώνα έμεινε στα ελαιόδεντρα και χάθηκε. Ειρωνικά τους επέτρεψαν να μεταβούν στα γκρεμισμένα σπίτια τους και να πάρουν σκεύη και προμήθειες που τυχόν θα εύρισκαν.
Μετά από δυο μήνες, άφησαν τους εναπομείναντες κατοίκους να ξαναγυρίσουν στο χωριό και στις περιουσίες τους. Αεροπλάνα έριξαν σχετικές προκηρύξεις. Παιδιά ορφανά, γυναίκες χήρες, χωριά χωρίς άνδρες. Στη θέση των σπιτιών βρήκαν ένα τρόχαλο (σωρό) από πέτρες, χώματα και ξύλα. Ακόμη και ο χωματόδρομος που διέσχιζε το χωριό και τα σοκάκια του δεν διακρινόταν.
Σε αυτή τη δύσκολη περίοδο και ενώ έβρεχε αδιάκοπα, έφτασαν οι κυρίες του Ερυθρού Σταυρού. Μοίρασαν μεγάλες φραντζόλες και μερικές κουβέρτες, ενώ έψαχναν για τραυματίες τους οποίους μετέφεραν στο Πανάνειο νοσοκομείο στο Ηράκλειο. Άρχισαν την ανοικοδόμηση των σπιτιών, όπως μπορούσαν. Φυσικά οι άνδρες ήταν λίγοι αλλά κατάφεραν με την βοήθεια των γυναικών να ξανασταθούν στα πόδια τους και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους έστω ξυπόλυτα αλλά με αξιοπρέπεια.
Η Έκθεση
Στην έκθεση της η Κεντρική επιτροπή διαπιστώσεως Ωμοτήτων εν Κρήτη αναφέρεται για τον Κρεββατά:
«Εις τον ΚΡΕΒΒΑΤΑΝ εφόνευσαν 21. Εκ τούτων τούς μεν ακμαίους ομαδικώς, τούς δε γέροντας και ασθενείς εντός των οικιών των και δύο εις τα πέριξ τού χωρίου.
Μεταξύ των εκτελεσθέντων ήτο και ο ιερεύς του Βαχού Λεωνίδας Πνευματικάκης, ευρισκόμενος εις Κρεββατάν και λειτουργών εν των ναώ επί τη εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Ο ιερεύς παρουσιάσθη ενώπιον των Γερμανών υψών τον Σταυρόν και εξορκίζων αυτούς να λυπηθούν τους κατοίκους. Εις απάντησιν οι Γερμανοί επυροβόλησαν εναντίον του, ενώ δε εκείνος πληγωμένος εσύρετο δια να καταφύγη εις τινά οικίαν έρριψαν εκ νέου εναντίον του και τον αποτελείωσαν.
Μετά την εκτέλεσιν συνεκεντρώθησαν εις τον Κρεββατάν και τα εκτελεστικά αποσπάσματα Βαχού, Αμιρών και Κεφαλοβρύσου και υπό τους ήχους φωνογράφου ήρχισαν να διασκεδάζουν επί του δώματος του Γ. Ζωάκη και έπειτα μεθυσμένοι κατελθόντες εχόρευαν επί των πτωμάτων των εκτελεσθέντων φωνάζοντες «Χάιλ Χίτλερ» και «Ζήτω η Γερμανία» (ελληνιστί)».
Επίσης στην ίδια έκθεση αναφέρεται και ο πυρπολισμός των 70 σπιτιών του χωριού.
Τα επόμενα χρόνια, μέχρι και τη δεκαετία του 60, οι γυναίκες και τα παιδιά πλήρωσαν με βαρύ τίμημα τις συνέπειες των εκτελέσεων χωρίς καμμιά βοήθεια από πουθενά.
Τις πληροφορίες της πήρα από το οικογενειακό μου περιβάλλον και τους κατοίκους του χωριού που έζησαν τα γεγονότα και είναι πραγματικές αφηγήσεις. Επίσης από το αρχείο του δασκάλου Νικολάου Διακάκη που έζησε τα γεγονότα και μου εμπιστεύτηκε μέρος των δημοσιεύσεων του.
Παρά τη θυσία των κατοίκων και την καταστροφή των σπιτιών του, ο Κρεββατάς δεν αναφέρεται στα μαρτυρικά χωριά της Βιάννου άγνωστο γιατί.
*Ο Γιώργος Κονδυλάκης ειναι συνταξιούχος εκπαιδευτικος
*Σημείωση: Οι απόψεις των αρθρογράφων αποτελούν προσωπικές θέσεις και δεν αποτελούν τυχόν θέσεις του newshub.gr
-
30 Αυγουστου 2026, 14:06Θερινές εκπτώσεις 2026: Πότε τελειώνει η περίοδος -
29 Αυγουστου 2026, 22:46Σοβαρός ο τραυματισμός του Κωνσταντέλια, φόβοι για χιαστό- βίντεο -
30 Αυγουστου 2026, 14:52Ο Αλέξανδρος Τσουβέλας γέμισε την Πλαζ ΕΟΤ και δώρισε φορητό απινιδωτή στον Δήμο Αγίου Νικολάου -
30 Αυγουστου 2026, 07:43Κρήτη: Παράταση δηλώσεων συμμετοχής στις βραβεύσεις ελαιοτουριστικών δράσεων του ΣΕΔΗΚ -
30 Αυγουστου 2026, 16:34Τραγωδία στα Χανιά: 11χρονη ανασύρθηκε νεκρή από πισίνα ξενοδοχείου -
30 Αυγουστου 2026, 07:00Ένας μικρός παράδεισος στην ενδοχώρα της Κρήτης - Μονή Σωτήρος Χριστού και Αγίου Γεδεών στις Μαργαρίτες Ρεθύμνου (Φωτο)
