Φιλοσοφικά θεμέλια και ιστορικά όρια του μαρξισμού
Η μαρξιστική θεωρία αυτοπροσδιορίζεται ως ριζική κριτική του ιδεαλισμού και ταυτόχρονα ως επιστημονική ανάλυση των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών, εδραιωμένη στον ιστορικό υλισμό.
Ωστόσο, παρά την επιρροή και την ισχύ της στις κοινωνικές επιστήμες και τα επαναστατικά κινήματα του 20ού αιώνα, η αδυναμία πρόβλεψης της κατάρρευσης του σοσιαλιστικού μπλοκ και ιδίως των καθεστωτικών δομών του, ανέδειξε ορισμένες εγγενείς θεωρητικές αντιφάσεις, καθώς και βαθύτερες φιλοσοφικές δομές που υποσκάπτουν την ίδια της την υλιστική ταυτότητα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ ο μαρξισμός στηρίζεται στο δόγμα της ιστορικής αναγκαιότητας της κατάρρευσης του καπιταλιστικού συστήματος, οι μαρξιστές αναλυτές δεν κατάφεραν να προβλέψουν την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων.
Ο Ερνέστ Μαντέλ, ένας από τους επιφανέστερους μεταπολεμικούς μαρξιστές οικονομολόγους, στο έργο του Late Capitalism (1972), επιχείρησε να επεκτείνει τη θεωρία της καπιταλιστικής ανάπτυξης του Μαρξ στα νέα δεδομένα του ύστερου 20ού αιώνα. Αν και ανέλυσε επιτυχώς την εξέλιξη του καπιταλισμού σε νέες μορφές παγκοσμιοποιημένης παραγωγής και κατανάλωσης, δεν διέγνωσε την πολιτική και θεσμική κρίση που οδήγησε στην πτώση των αυταρχικών εκδοχών του σοσιαλισμού. Η διαπίστωση αυτή, που δεν αφορά μόνο τον Μαντέλ αλλά και το σύνολο σχεδόν των παραδοσιακών μαρξιστικών σχολών, θέτει υπό αμφισβήτηση τη μαρξιστική ικανότητα πρόβλεψης και ενίσχυσε την κατηγορία περί «μεταμφιεσμένου ιδεαλισμού».
Η αποτυχία αυτή, ωστόσο, δεν ακυρώνει τη μαρξιστική θεωρία ως σύνολο. Ο μαρξισμός επιβιώνει όχι λόγω προφητικής ακρίβειας, αλλά διότι επιμένει σε θεμελιώδεις ερωτήσεις: τι παράγει η εργασία, ποιος ιδιοποιείται την αξία, πώς λειτουργεί η κυριαρχία εντός και πέρα από τις παραγωγικές σχέσεις. Αν η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού αποτέλεσε πρόβλημα για τον ιστορικό υλισμό, οδήγησε πολλούς μαρξιστές στο να επανεξετάσουν τη φύση του σοσιαλιστικού κράτους όχι ως άρνηση, αλλά ως συνέχεια του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, υπό τη μορφή κρατικού καπιταλισμού ή γραφειοκρατικής τάξης.
Ωστόσο, η θεωρητική αμηχανία πολλών μαρξιστικών προσεγγίσεων προέρχεται από βαθύτερη φιλοσοφική δομή: την επιβίωση του γερμανικού ιδεαλισμού στον πυρήνα του μαρξιστικού συστήματος. Παρά την κριτική στον Χέγκελ, ο Μαρξ διατηρεί τη μορφή της διαλεκτικής και την αντίληψη της Ιστορίας ως πεδίου αναγκαιότητας και νομοτέλειας.
Πέρα από τον γερμανικό ιδεαλισμό, η σκέψη του Μαρξ εγγράφεται και στην παράδοση του Διαφωτισμού, από την οποία αντλεί την πίστη στην πρόοδο, την καθολική Λογική και την απελευθερωτική δύναμη της γνώσης. Η ιδέα ότι η Ιστορία έχει νόημα, κατεύθυνση και δυνατότητα βελτίωσης δεν είναι αυτονόητη· αποτελεί κληρονομιά της νεωτερικής πίστης στον Ορθό Λόγο, στην επιστήμη και στη δυνατότητα του ανθρώπου να χειραφετηθεί μέσω της γνώσης. Ο Μαρξ, παρότι υλιστής, διατηρεί το διαφωτιστικό ήθος: η ιστορική αλήθεια δεν είναι θεόσταλτη ούτε μυστηριακή, αλλά αντικείμενο επιστημονικής γνώσης και πρακτικής ανατροπής.
Στο πλαίσιο αυτό, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται και η επιρροή του Καντ. Ο Καντ δεν επηρέασε τον Μαρξ μόνο μέσω της φιλοσοφίας της Ιστορίας, αλλά και μέσω της έννοιας της αυτονομίας του υποκειμένου, της ικανότητάς του να δρα ηθικά και ορθολογικά, καθώς και της ένταξης της ανθρώπινης πράξης σε ένα καθολικό ηθικό ορίζοντα. Στο κείμενό του Ιδέα για μια καθολική ιστορία από κοσμοπολιτική άποψη (Idee zu einer allgemeinen Geschichte in weltbürgerlicher Absicht, 1784), ο Καντ διατυπώνει την άποψη ότι η Ιστορία εξελίσσεται προς την πραγμάτωση της ανθρώπινης ελευθερίας, παρότι αυτό δεν είναι πάντα εμφανές σε κάθε μεμονωμένο ιστορικό επεισόδιο. Αυτή η τελολογική σύλληψη της ιστορικής προόδου διατηρείται, αν και μετασχηματισμένη, στο έργο του Μαρξ, όπου η Ιστορία παραμένει ένα πεδίο σύγκρουσης που τελικά οδηγεί στην απελευθέρωση της ανθρωπότητας.
Έτσι, παρότι ο Μαρξ καταδικάζει τον "ιδεαλισμό" του Καντ, δεν απορρίπτει τη μορφή της ορθολογικής Ιστορίας, ούτε την ιδέα ενός καθολικού σχεδίου χειραφέτησης. Αντιθέτως, μετουσιώνει τα καντιανά και διαφωτιστικά σχήματα σε ιστορικούς και υλικούς όρους, αντικαθιστώντας την "καλή βούληση" με την ταξική πάλη, και τη "λογική πρόοδο" με την αντιφατική, αλλά νομοτελώς εξελισσόμενη υλική Ιστορία.
Η μετουσίωση αυτή αφορά και τη μορφή και το περιεχόμενο της φιλοσοφίας. Ο Μαρξ κληρονομεί την αφηρημένη και δυσπρόσιτη γλώσσα των Γερμανών ιδεαλιστών, αλλά τη στρέφει προς συγκεκριμένα, ιστορικά προσδιορισμένα υλικά συμφραζόμενα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο Καντ παραδέχτηκε, αναθεωρώντας την Κριτική του Καθαρού Λόγου, πως «σε κάποια σημεία ούτε εγώ καταλάβαινα τι είχα γράψει». Αντίστοιχα, αποδίδεται στον Χέγκελ η ειρωνική φράση ότι «μόνο ένας άνθρωπος με κατάλαβε — και ούτε κι αυτός». Αυτή η παράδοση της φιλοσοφικής αφαιρετικότητας και της αυτοαναφορικής δυσκολίας θα βρει στη μαρξική σκέψη έναν ριζικό μετασχηματισμό: η κριτική γίνεται εργαλείο αλλαγής, η φιλοσοφία γίνεται πράξη.
Η μετάβαση από τον καντιανό ορθολογισμό στον γερμανικό ιδεαλισμό του Φίχτε σηματοδοτεί μια στροφή προς την ενεργό, δημιουργική συνείδηση, η οποία δεν απλώς κατανοεί τον κόσμο, αλλά τον συνιστά – μια σύλληψη που, έμμεσα, θα επηρεάσει και τη διαλεκτική του Μαρξ.
Ήδη από τον Φίχτε, ο οποίος έγραφε:
«Το Εγώ θέτει τον εαυτό του ως Εγώ» (Grundlage der gesamten Wissenschaftslehre, 1794),
παρατηρούμε την ανάδυση ενός ενεργητικού υποκειμένου που συγκροτεί τον κόσμο. Η συνείδηση δεν αναπαριστά, αλλά δημιουργεί. Η δραστικότητα αυτή θα περάσει στον Χέγκελ ως το Πνεύμα που καθιστά την Ιστορία χώρο της αυτοσυνείδησής του. Όμως η απαρχή βρίσκεται στον Φίχτε, ο οποίος —όπως και ο Καντ— αντιλαμβάνεται τη φιλοσοφία όχι ως περιγραφή του όντος, αλλά ως θεμελίωση της πράξης.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Μαρξ δεν λειτουργεί εκτός αυτής της παράδοσης, αλλά την τροποποιεί ριζικά: το Εγώ γίνεται τάξη, η υποκειμενική δραστικότητα αποκτά κοινωνικοϊστορικό περιεχόμενο, και η αυτοσυνείδηση γίνεται συνείδηση ταξικής κατάστασης. Αντί για το καθολικό Πνεύμα, έχουμε την υλική ιστορική σύγκρουση. Όμως η βασική δομή παραμένει: ένα ενεργό υποκείμενο (το προλεταριάτο), μια δυναμική Ιστορία και μια υπόσχεση καθολικής χειραφέτησης.
Ο Σέλλινγκ, πάλι, βλέπει τη Φύση και το Πνεύμα ως ενιαία οντότητα:
«Η φύση είναι το ορατό πνεύμα και το πνεύμα η αόρατη φύση» (Ideen zu einer Philosophie der Natur, 1797),
διατυπώνοντας ένα σχήμα που πασχίζει να υπερβεί τον δυισμό και να θεμελιώσει έναν απόλυτο Ορθολογισμό.
Ο Χέγκελ προχωρά:
«Η Ιστορία είναι η πρόοδος στη συνείδηση της ελευθερίας» (Φιλοσοφία της Ιστορίας),
βλέποντας την πορεία του Πνεύματος ως αναγκαία και ορθολογική διαδικασία που οδηγεί στην αυθυπέρβαση και τελικά στην Απόλυτη Γνώση.
Ο Μαρξ, στον οποίο η χεγκελιανή παράδοση είναι ζωντανή, θα αναστρέψει τη μέθοδο αλλά όχι πάντα τη μορφή.
Στην Εισαγωγή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (Einleitung zur Kritik der politischen Ökonomie, 1857), δηλαδή το πρόλογο στο έργο που έμελλε να προετοιμάσει το Κεφάλαιο, έγραφε:
"Es ist nicht das Bewusstsein der Menschen, das ihr Sein, sondern ihr gesellschaftliches Sein, das ihr Bewusstsein bestimmt.“
«Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει την ύπαρξή τους, αλλά η κοινωνική τους ύπαρξη που καθορίζει τη συνείδησή τους», προτείνοντας μια υλική (αντί πνευματική) κινητήρια δύναμη της ιστορίας.
Ωστόσο, όπως έχει υποδείξει ο Αλτουσέρ, το σύστημα παραμένει δομικά τελολογικό: η αντίφαση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής οδηγεί με αναγκαιότητα σε ιστορική υπέρβαση.
Εδώ επεμβαίνει η οξυδερκής κριτική του Μιρτσέα Ελιάντε. Στο έργο του
"Ο Μύθος της Αιώνιας Επιστροφής" υποστηρίζει πως οι ανθρώπινες κοσμοθεωρίες —ακόμα και οι φαινομενικά αθεϊστικές ή επιστημονικές— κουβαλούν μυθικά και εσχατολογικά σχήματα:
«Ο πρωτόγονος και ο θρησκευτικός άνθρωπος δεν αντέχει το χάος· χρειάζεται να εντάξει κάθε γεγονός μέσα σε έναν κοσμικό και συμβολικό κύκλο».
Ο μαρξισμός, παρά την υλιστική του μορφή, διατηρεί την διπολική λογική του χριστιανικού μύθου: η αστική τάξη ενσαρκώνει την αλλοτρίωση, η εργατική τάξη τη σωτηρία. Το ιστορικό δράμα εκτυλίσσεται ως σύγκρουση καλού και κακού, και ο «εκλεκτός λαός» είναι το προλεταριάτο.
Στην Κριτική της Εγελιανής φιλοσοφίας του Δικαίου, ο Μαρξ γράφει:
«Η εργατική τάξη είναι, εξ ορισμού, η καθολική τάξη γιατί με την απελευθέρωσή της απελευθερώνει την ίδια την κοινωνία».
Η ρητορική αυτή θυμίζει τον ρόλο της Εκκλησίας ως σώματος του Χριστού που σώζει όχι μόνο τα μέλη της αλλά την ανθρωπότητα συνολικά.
Σύμφωνα με τον Ελιάντε, η χριστιανοϊουδαϊκή παράδοση μεταφέρει την Ιστορία από κυκλική σε γραμμική: υπάρχει Αρχή, Πτώση, Λύτρωση και Τέλος. Αυτή η τελεολογική τάξη περνά και στα μεγάλα ιδεολογικά συστήματα της νεωτερικότητας – όπως ο Διαφωτισμός, ο θετικισμός και τελικά ο μαρξισμός.
Όπως παρατηρεί και ο Paul Ricoeur, πρόκειται για μια «εσχατολογία της δράσης»: η λύτρωση επιτυγχάνεται όχι μέσω Θείας Χάριτος, αλλά μέσω της πολιτικής και της επανάστασης.
Η μαρξιστική Ιστορία είναι μεν υλιστική, αλλά η δομή της παραμένει συμβολικά εσχατολογική. Ο καπιταλισμός δεν είναι ένα ακόμα στάδιο· είναι ο προτελευταίος σταθμός πριν τη λύτρωση. Το προλεταριάτο δεν είναι μια ακόμη τάξη· είναι η μεσσιανική δύναμη της καθολικής αναίρεσης. Αυτή η συμβολική δομή επιβιώνει ακόμη και στις πιο επιστημονικές εκδοχές του μαρξισμού.
Συμπερασματικά, ο μαρξισμός διατηρεί τη δύναμή του επειδή δεν είναι μόνο μια οικονομική θεωρία, αλλά ένα μεγάλο ερμηνευτικό σχήμα για τον κόσμο, ριζωμένο στον γερμανικό ιδεαλισμό και σε προνεωτερικές ανάγκες νοηματοδότησης. Όπως κάθε ισχυρή ιδεολογία, αναπαριστά όχι απλώς μια κοινωνία, αλλά μια υπόσχεση ιστορικής λύτρωσης. Αν θέλουμε να τον σκεφτούμε ριζικά, πρέπει να αναμετρηθούμε με αυτές τις "μυστικές" καταγωγές του – χωρίς να τις απορρίπτουμε, αλλά και χωρίς να τις αγνοούμε.
Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, περισσότερο από κάθε άλλο μαρξιστή στοχαστή, κατανοεί τον μαρξισμό όχι ως επιστήμη της Ιστορίας, αλλά ως "θεολογικό φαντασιακό" που πρέπει να σωθεί από τον ίδιο του τον εκσυγχρονισμό.
Στις Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας (1940), ο Μπένγιαμιν απορρίπτει την ιδέα της ιστορικής προόδου ως γραμμικής και αναγκαίας διαδικασίας, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και ο ιστορικός υλισμός έχει εκκοσμικεύσει την εσχατολογία. Στην περίφημη Θέση ΙΧ γράφει:
«Ο ιστορικός υλιστής οφείλει να εκτινάξει το φρένο κινδύνου. Δεν υπάρχει ντοκουμέντο πολιτισμού που να μην είναι ταυτόχρονα ντοκουμέντο βαρβαρότητας».
Και πιο πέρα:
«Η παράδοση των καταπιεσμένων μας διδάσκει ότι η ‘κατάσταση εξαίρεσης’ στην οποία ζούμε είναι ο κανόνας».
Για τον Μπένγιαμιν, η επαναστατική πράξη δεν είναι η κορύφωση μιας μακράς πορείας προς την ελευθερία, αλλά ένα "άλμα στον καιρό", μια μεσσιανική διακοπή της ιστορικής συνέχειας, που σώζει τα θραύσματα του παρελθόντος από τη λήθη.
Σε αντίθεση με τον Μαρξ της "Γερμανικής Ιδεολογίας", [έργο που τυπώθηκε μετά τον θάνατο του]που έβλεπε την Ιστορία ως πεδίο υλικών νομοτελειών, ο Μπένγιαμιν την αντιμετωπίζει ως πεδίο μνήμης, θραύσης και ερμηνείας. Η λύτρωση δεν έρχεται ως φυσικό προϊόν της προόδου, αλλά ως μεσσιανική αναλαμπή μέσα στον παγωμένο χρόνο του παρόντος.
Αυτό το σχήμα, στο οποίο η επανάσταση δεν είναι επιστημονική αναγκαιότητα αλλά θεολογική έκρηξη, λειτουργεί ως αντιστροφή του χεγκελιανού-μαρξικού τελολογισμού.
Η Ιστορία δεν εξελίσσεται με λογική και γραμμική συνέπεια, αλλά περιέχει ρωγμές, ασυνέχειες και σημεία κρίσης, στα οποία η ενέργεια του υποκειμένου μπορεί να επανενεργοποιήσει το παρελθόν με απελευθερωτικό τρόπο.
Όπως σημειώνει και στη Θέση II:
«Ο ιστορικός υλιστής αρνείται να αφήσει την Ιστορία στα χέρια των νικητών. Το παρελθόν δεν είναι ασφαλές, ούτε νεκρό: προσδοκά λύτρωση».
Έτσι, ο Μπένγιαμιν διατηρεί τη μαρξιστική έννοια της χειραφέτησης, αλλά της αποδίδει έναν εντελώς μη-προοδευτικό χαρακτήρα, συνδέοντας την περισσότερο με εσχατολογία, αποκαλυπτική βίωση και μνήμη, παρά με "ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων".
Στο πλαίσιο αυτό, η μαρξιστική θεωρία εμφανίζεται ως υβρίδιο: ένα σύστημα επιστημονικής ανάλυσης που κληρονόμησε ταυτόχρονα τον ιδεαλισμό του Χέγκελ, τον επαναστατικό μυστικισμό της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης και, ενίοτε, τη νοσταλγία για μια βαθύτερη μεταφυσική ενότητα.
Η καθοριστική συμβολή του Μπένγιαμιν συνίσταται στην ανάγνωση του μαρξισμού όχι ως εργαλείου προφητείας, αλλά ως μνημονικής και εσχατολογικής διερεύνησης· ως πρίσματος ερμηνείας που αναζητά τις χαμένες δυνατότητες μέσα στην ιστορική συνείδηση. Μας καλεί να στραφούμε όχι προς το φως των νικητών, αλλά προς τη σκιά των ηττημένων· να αφουγκραστούμε τις σιωπές του παρελθόντος και να αναλάβουμε, στο παρόν, την ευθύνη της λύτρωσής του.
Να κατανοήσουμε ότι η ιστορική πράξη δεν είναι η συνέχιση του παρελθόντος, αλλά η λύτρωσή του – εδώ, τώρα, με την ευθύνη του παρόντος.
*Σημείωση: Οι απόψεις των αρθρογράφων αποτελούν προσωπικές θέσεις και δεν αποτελούν τυχόν θέσεις του newshub.gr
-
14 Απριλιου 2026, 07:15Γαβριήλ Κουρής στο newshub.gr: Ασφυκτικό το πλαίσιο οικονομικής λειτουργίας των Δήμων! (podcast) -
14 Απριλιου 2026, 16:00Ηράκλειο: Καταγγελίες εργαζομένων καθαριότητας για «πειραματισμούς» και σοβαρές ελλείψεις προσωπικού -
15 Απριλιου 2026, 11:10Βολές στο κέντρο... της Τετάρτης! -
14 Απριλιου 2026, 10:45Γιώργος Ευαγγέλου: Ο ήλιος την άνοιξη είναι ύπουλος, δουλεύει σιωπηλά και το δέρμα το θυμάται! Ο επικίνδυνος μύθος με τις ελιές! (podcast) -
15 Απριλιου 2026, 07:05Γιώργος Αϋφαντής: Ο πόλεμος στο Ιράν, ευκαιρία για τα κυριαρχικά μας δικαιώματα! Ο Τραμπ στρατηγικά χαμένος! (podcast) -
15 Απριλιου 2026, 15:42Ανθρωποκυνηγητό στην Κρήτη: Δραπέτης φυλακών έκανε δύο επιθέσεις με μαχαίρι μέσα σε λίγη ώρα
