Με τον παππού μου στα έχνη
αγαπημένα σου στη Google
Το σημερινό κείμενο, είναι μια παιδική ανάμνηση, που θα δώσει βάση, όχι τόσο στην καθ εαυτού ιστορία, όσο στον τρόπο ζωής των ανθρώπων, άλλα και σε λέξεις που χάνονται σιγά σιγά. Αφορά μιαν εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί, και άφησε σε πολλούς από εμάς, μονάχα όμορφες αναμνήσεις!
Στα κοπελίστικα χρόνια, η καλύτερη μου ήταν, όταν πήγαινα στα έχνη με τον παππού μου τον Ρετζεπομανώλη (Εμμ. Χουστουλακη), τα καλοκαίρια, ή τις γιορτές που δεν είχαμε σκολειό.
Επηγαίναμε στα χωράφια και βοσκάγαμε τα μαρτάρικα (γιδοπρόβατα) του παππού, και πέρναγε και η ώρα μας ευχάριστ!
Τα έχνη του ήτανε, ένας μεγάλος τράγος δυνατός, με μακρυά στρουφιχτά κέρατα.
Ήταν πεντέξη μικρομέγαλα αιγοπρόβατα, και ένα γέρικο γαϊδούρι!
Του πατέρα μου του άρεσε να με πέμπει με τον παππού, γιατί γνώριζε πόσο μου άρεσε η εξοχή, και γιατί μπορούσα να μάθω πολλά κοντά του!
Η εξοχή, ήταν πάντα για μένα ένα μεγάλο σχολειό, κι ο παππούς ο μεγάλος μου διδάσκαλος!
Μου μάθαινε τόσα και τόσα πράγματα, ακόμα και για θρησκεία και φιλοσοφία!
Μια μέρα θυμάμαι μου μιλούσε για την ύπαρξη του Θεού, και για τον Παράδεισο!
Πέρασα λοιπόν μια μέρα «Άνοιξη καιρού» από το σπίτι του, και τον παρεκάλεσα να με πάρει και εμένα μαζί του, θα πήγαινε στην τοποθεσία «Κορφή»!
Ήταν σχετικά κοντινά το χωράφι αυτό, και για αυτό πήγαινε συχνά.
Ήταν όμως λιγάκι ανηφορικός και κακός ο δρόμος, και για αυτό αρχικά δεν ήθελε να με πάρει μαζί του.
Εγώ όμως επέμενα και τελικά συμφώνησε!
Πρωινές ετοιμασίες
Ο παππούς μου εκείνα τα χρόνια, ήδη βρισκόταν σε βαθειά γεράματα, αφού βάδιζε τα 95, κι όμως είχε τόσα οζα να κουλαντρίσει!
Έφερε λοιπόν από το αχίρι (σταύλο) τον γάιδαρο του, τον έστρωσε (τον έζεψε με το σωμάρι), του έβαζε το χαλινάρι και τον μουστρούχωσε, δηλαδή του πέρασε στο μουσούδι ένα μεταλλικό συρμάτινο φίμωτρο.
Στα σκαρβέλια του σωμαριού έδεσε μία – μία τσι δυο αίγες του και τις δυο προβατιβες, και φυσικά και τον τράγο!
Αν και δεμένα τα ζώα στο γάιδαρο, ήταν και ωστόσο και μουστρουχωμένα!
Δυο τρία χρονιάρικα κατσίκια που είχε, τα είχε λυτά, για να ακολουθούν καθ' οδόν, όμως ήταν και αυτά μουστρουχωμένα!
Ετοιμάζοντας τη βούργια
Η γιαγιά μου ετοίμασε ειδικά για μένα ένα βουργιδάκι, που μέσα έβαλε λίγες ελιές, λίγες τσιγαρίδες, ένα ντάκο ψωμί, μια ντομάτα, και ένα αγγούρι.
Κρέμασα το βουργιδάκι στη πλάτη μου, και ο παππούς κρέμασε τον δρουβά του στα σκαρβέλια, με ότι του είχε βάλει μέσα η γιαγιά, δηλαδή δύο μικρά φλασκιά, ένα με κρασί, και ένα με βραστάρι που περιείχε τσάι από θυμάρι ξύδι και μέλι.
Κρέμασε το ταγάρι στο σωμάρι, μαζί με ένα μικρό σταμνάκι νερό.
Καθημερινή συνήθεια του παππού, ήταν να πίνει αντί για νερό, ρόφημα από βραστάρια.
Και τι δεν είχε μέσα στον δρουβά!
Είχε ακόμα φουρνισμένα χαρούπια, είχε ελιές, είχε αθότυρο, δυο τρία κρεμμύδια, και δυο τρεις κρίθινους ντάκους (παξιμάδια κρίθινα).
Καθ’ οδόν
Ξεκινήσαμε σιγά σιγά, και ο παππούς πήγαινε μπροστά, σέρνοντας τον γάιδαρο από το σχοινί της μουράγιας.
Ακολουθούσαν όλα τα ζώα στον ατζίποδα (στο πλάι) του γαιδάρου ήσυχα - ήσυχα.
Η ομάδα κινιόταν στους αγρούς ρυθμούς του παππού, χωρίς πολλές - πολλές ζωηρές κινήσεις
Ο παππούς ποτέ δεν καβαλούσε τον γάιδαρο!
Πάντα πήγαινε με τα πόδια, σέρνοντας τον από το σχοινί.
Εμένα μου άρεσε να πηγαίνω πάντα με τα πόδια.
Καθώς προχωρούσσμε, τον ρώτησα γιατί δεν καβαλικεύει τον γάιδαρο, παρά κάνει τόσα χιλιόμετρα με τα πόδια, μάλιστα σε ανηφόρα.
Μου απάντησε, πως σέβεται το ζώο του, γιατί έχει και αυτό πολλά χρονάκια στην πλάτη του!
Το βγάζει λέεί κι αυτό βόλτα στην εξοχή, για να δυναμώνουν τα πόδια του και η καρδιά του, όπως κι αυτού του ίδιου!
Πίστευε πως ο άνθρωπος όσο σέρνεται και πάει στην εξοχή είναι καλά, από τη στιγμή όμως που θα αρρωστήσει και καταπέσει στο κρεβάτι, τότε είναι που αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση!
Τον ρώτησα επίσης, γιατί έχει τον γάιδαρο μουστρουχωμένο και όλα τα ζώα του, ενώ είναι δεμένα στο γάιδαρο.
Μου απάντησε, πως τα έχει όλα μουστρουχωμένα, ώστε αν συμβεί κάτι και φύγει ο γάιδαρος, μπορεί να πάει στα ξένα χωράφια, και να φάνε τα ζώα του τίποτα σπαρμένα, ή μπορεί να περάσουν δίπλα από κανένα αργούλιδα που τον έχουν μπολιάσει.
Τότε σίγουρα θα ορμήσουν και θα φάνε τα νεαρά μπόλια! Μου έλεγε
-«Εγω σέβομαι τσι περιουσίες των άλλων, και ποτές μου δε θέλω να ζημιώσω κιανένα, δεν θέλω να με τρέχουνε στα γεράματα στα δικαστήρια»! .
Πραγματικά ποτέ δεν τον κατάγγειλε άθρωπος, σε όλη του τη ζωή, αλλά ούτε και εκείνος δεν κατάγγειλε ποτέ κανέναν!
Τόσο καλός και πράος άνθρωπος ήταν!
Επίσης τον ρώτησα γιατί φοράει πάντα χλένη (παλτό) όταν πηγαίνει στην εξοχή, ενώ κάνει ζέστη.
Μου απάντησε με την εξής παροιμία:
-Όντε λιάζει παίρνε τον γαμπά σου (κάπα σου), μα όντε βρέχει ξα σου!
Του άρεσε του παππού να διδάσκει με παροιμίες, και όχι μόνο, πολλά χρήσιμα πράγματα μου έλεγε, άσε δα τις ιστορίες στην εξοχή.
Δρόμο - δρόμο του έκανα κι άλλες ερωτήσεις, και εκείνος πάντα μου απαντούσε με τον τρόπο του αυτά που ήξερε από την πείρα του.
Από τα πολλά που μου δίδασκε, κατάλαβα πως η ηθική του ήταν σε υψηλό βαθμό, το ίδιο και η σοφία του.
Αυτήν την έβλεπα κυρίως στις κατασκευές του, όπως τα μουστουχινάκια του
Η αρχή του που ήταν «όλα με μέτρο»!
Ο ίδιος τηρούσε το ρητό αυτό, σε όλες τις φάσεις της ζωής του.
Έκανε πράξη το ρητό στην καθημερινότητα του, και κυρίως κάθε φορά που άνοιγε την ταμπακιέρα του για να καπνίσει.
Έπιανε μεν ένα τσιγάρο, άλλα ποτέ δεν το κάπνιζε ολόκληρο! Πάντα το έκοβε στη μέση, ή ακόμα και στα τρία, για καπνίσει ένα μέρος μόνο του τσιγάρου, και ξανάκλεινε την ταμπακιέρα.
Πολύ αργότερα έμαθα στο σχολείο για το ρητό «παν μέτρον άριστον», που όμως εγώ το είχα ήδη διδαχτεί από πριν!
Το ίδιο και το ρητό: «Νους υγιής εν σώματι υγιή »! Κι αυτό από τον παππού το έμαθα!
Καθώς πηγαίναμε στο χωράφι είδα ένα σπίτι ακατοίκητο που είχε απέξω ένα βασιλικό.
-Ωραίος ο βασιλικός, του λέω.
-Ναι μα είναι ξένος, μου απαντάει!
Έκοψα εγώ ένα κλαδί, και ο παππούς με μάλωσε γιατί δεν του άρεσε να παίρνουμε ξένα πράγματα. Όταν του είπα ότι δεν το έκλεψα γιατί το σπίτι είναι ακατοίκητο, μου είπε ότι έτσι κι αλλιώς θα μαραθεί μέχρι το βράδυ. Έβαλα όμως εγώ τον βασιλικό στο βουργιδάκι μου και συνεχίσαμε.
Φτάνοντας στο χωράφι
Μόλις φθάσαμε στο χωράφι, εκείνος πήγε να ξεφορτώσει το γάιδαρο και να τζενιώσει τα ζώα στη βοσκαριά (όπου είχε χορτάρι). Με το κοντόδεμα τους, (σχοινάκι) τα έδεσε από το τζένιο ( παλούκι) που είχε στην άκρη το κάθε σχοινί, και τα κάρφωνε γερα με μια πέτρα στη γη. Εγώ είδα ένα τράφο (ξερολιθιά) με πέτρες, και σκέφτηκα να πάω να ξεσκαλίσω, μπας και βρω με μερικούς χοχλιούς.
Μου άρεσε να ψάχνω και να τους βρίσκω αλλά επίσης και να τους τρώω!
Δίπλα στον τράφο που πήγα, υπήρχε ένας τεράστιος κούσκουρας (πετρώδες έδαφος), και εκεί παρατήρησα ότι υπήρχαν κάποια κοιλώματα, που μέσα ήταν γεμάτα με νερό!
Επειδή μου έκανε εντύπωση, ρώτησα τον παππού τι είναι αυτοί οι πέτρινοι λάκκοι.
-«Αυτά τα λένε αρόλιθους ή γούργουθες, και γεμίζουν νερό από τη βροχή». Μου λέει ο παππούς.
Τον ρώτησα αν μπορώ να πιω, και μου είπε ότι ναι μπορώ, φτάνει να μην το ανακατέψω και θολώσει Για αυτούς τους αρόλιθους, μου είπε, φρόντισε ο θεός, για τα διψασμένα όντα, τους ανθρώπους, τα ζώα και τα πετεινά του ουρανού.
Εκεί μέσα μου είπε ο παππούς να βάλω και τον βασιλικό μου, αν ήθελα να μην μαραθεί. Εγώ ήπια λίγο ρουφώντας το νερό με ένα πρόχειρο καλαμάκι, που έφτιαξα από ένα αγγέλαμο όπως μου είπε! Μετά έβαλα πράγματι μεσα εκεί το βασιλικό. Ο παππούς σε όλα τα χωράφια του φύτευε ελιές, από άγρια φυτά ελιάςνπιυ ξεπάτωνε από το βουνό, τα λεγόμενα αγρουλίδια, και του χρόνου τα μπόλιαζε από ελιά ήμερη.
Έτσι έκανε όλα τα λιόφυτά του.
Εγώ εκείνη την ημέρα πήγαινα όπου έβλεπα τράφους η σωρούς πέτρες ψάχνοντας χοχλιούς.
Ανασήκωνα τις πέτρες, κι άι έβρισκα πολλούς
Ανασήκωνα επίσης και θάμνους με ένα ξύλο, και γέμιζα τσι τσέπες μου.
Καθώς όμως πήγα να ανασηκώσω μια μεγάλη πλακωτή πέτρα και να ξεκολλήσω μια κολληταριά χοχλιούς, με δάγκωσε ένας μικρός σκορπιός!
Ο παππούς αμέσως έβγαλε το τσαπράζι του, έσκισε λίγο το σημείο που με δάγκωσε ο σκορπιός, ρούφηξε το αίμα το έφτυσε.
Με μία πέτρα πολτοποίησε τον βασιλικό που είχα στο νερό, και μου τον έβαλε σαν κατάπλασμα πάνω στο σημείο της δαγκωματιάς.
Έβαλε επάνω αντί γάζα ένα φαρδύ φύλλο μολόχας, και χρησιμοποίησε αντί σχοινάκι, ένα χόρτο που εμείς το λέμε κουσκουμπάκι (ίριδα), και με αυτό μου έδεσε το χέρι!
Αργότερα που καθίσαμε για φαγητό μου το έλυσε, και η πληγή δεν υπήρχε καν, ούτε και πρήξιμο!
Ο βασιλικός, το άγιο αυτό βότανο είχε κάνει το θαύμα του!
Όταν τρώγαμε, του ζήτησα να μου δώσει να δοκιμάσω από το βραστάρι που είχε στο φλασκί του, μια και τον είδα να το πίνει ευχάριστα. Μου έδωσε, αλλά δεν μου άρεσε καθόλου, κόντεψα να κάνω εμετό!
Τον ρώτησα τι περιέχει μέσα και πώς το φτιάχνει. Μου είπε πως βράζει βλαστούς θυμαριού στο νερό, και μετά προσθέτει ξύδι και μέλι!
Μου είπε ότι αυτό το ρόφημα, του κάνει καλό στην μνήμη!
Συζητώντας για βότανα
Αφού μου είπε τις ευεργετικές ιδιότητες που είχε το βραστάρι του ο παππούς, σιγά - σιγά μπήκα στον πειρασμό, και άρχισα να τον ρωτάω διάφορα για βότανα.
Από αυτά που μου είπε, άρχιζα να καταλαβαίνω πόσο χρήσιμα είναι τα βότανα και πόσο θεραπευτικά.
Για εμένα ο παππούς ήταν ο καλύτερος πρακτικός γιατρός! Μετά έμαθα για τη ρίγανη, πως κάνει ένα αφέψημα, που είναι μεν πικρό, αλλά είναι το καλύτερο καρύκευμα για την μαγειρική, άλλα σαν βραστό κάνει καλό στη διάρροια!
Επίσης μου είπε, ότι τη ρίγανη όπως και όλα τα βότανα και φρούτα, μπορούμε να την χρησιμοποιούμε σαν βάση για λικέρ με ρακί!
Έμαθα και για τον βαρσαμο (δυόσμο).
Το βραστάρι από βάρσαμμο, είναι εκτός από αρωματικό, και ιδανικό για την βρογχίτιδα, άλλα και την αποσυμφόρηση της κλειστής μύτης. Επίσης μπορούμε να την χρησιμοποιούμε και σαν βάση για λικέρ με ρακί.
Έμαθα και για την μαλωτήρα (τσάι του βουνού). Το βραστάρι της μαλωτήρας, έχει ωραία γεύση, και είναι ιδανικό για τις πέτρες στα νεφρά, για τους στομαχικούς πόνους, και είναι ιδιαίτερα διουρητικό.
Και τι δεν έμαθα,! Έμαθα για τα καμηλάκια ( χαμομήλια), ότι είναι λέει το τσάι τους ιδανικό για φουσκώματα και πόνους στο στομάχι.
Όπου το βρίσκαμε λοιπόν το ξεπατώναμε, και ο παππούς το έβαζε σε μια κνισάρα σε σκοτεινό μέρος για να ξεραθεί, ή το έκανε ματσάκια και το κρεμούσε στον τοίχο μαζί με άλλα βότανα, που τα κρεμούσε στη σειρά.
Μου έλεγε, ότι πολύ παλιά, δεν υπήρχαν νοσοκομεία, και οι άνθρωποι μάζευανντα χαμομηλάκια, και τα παραδίδανε στον Ερυθρό Σταυρό, ‘οπου τα χρησιμοποιούσε σαν αντισηπτικό στην φαρμακευτική.
Το κολατσό μας
Στη γύρα που έκανα, βρήκα καμιά οκά χοχλιούς, και ζήτησα από τον παππού, να ανάψει φωτιά να ψήσουμε μερικούς, να τους κάνουμε δηλαδή οφτούς!
Εγώ πήγα να φέρω ξύλα, αλλά ο παππούς είχε ξεχάσει στο σπίτι τον πυρόβολο του, αυτόν που άναβε με τσάφ - τσάφ με την παλάμη του χεριού. Δεν ήθελε όμως και να με απογοητεύσει και με έστειλε να του βρω μια ξερή άσπρη καβαλίνα, ενώ εκείνος πήγε και βρήκε ένα σπασμένο γυάλινο μπουκάλι, και έστρεψε προς τον ήλιο τον πάτο του μπουκαλιού, και εστίασε το φώς στην καβαλίνα! Αμέσως σχεδόν άρχισε να βγάζει λίγο καπνουλάκι! Φύσηξε ελαφρά, και η καβαλίνα άναψε! Αμέσως την έβαλε κάτω από ένα μικρό ματσάκι ξερές ράπες, κι από πάνω λίγα ξυλαράκια.
Φ ύσηξε πάλι, και έτσι είχαμε φωτιά! Μου είπε ο παππούς πως και με ένα γυάλινο μπουκάλι με νερό μπορεί να μας ανάψει φωτιά, αλλά και με τον γυαλί του πλακέ φακού, μπορούμε πιο εύκολα να ανάψουμε, με το φώς του ήλιου!
Τρελάθηκα από τη χαρά μου με όλα αυτά, και το είπα στο σχολείο την επόμενη μέρα! Ο δάσκαλος μας τότε μας είπε στην τάξη, ότι οι παλιοί κάποια πράγματα τα ξέρουν καλά, και.ξδμθα φορά ξέρουν πιο πολλά, ακόμα και από τους δασκάλους!
Αυτό, μας το εξήγησε, ότι είναι κυρίως πιο πρακτικοί, γιατί έχουν πολλές εμπειρίες στη ζωή τους!
Κολατσίσαμε με τους οφτούς χοχλιούς, φάγαμε και λίγο τυροζούλι, ελιές, έβρεξε και δύο φακούς ψωμί!
Ήπιαμε και κρασάκι! Τα χαρούπια ήταν το αγαπημένο «φρούτο» του παππού. Μου είπε ότι καθάριζαν τα δόντια από τις τροφές, και δυνάμωναν τα ούλα και τα κόκκαλα, γιατί είχαν πιο πολύ ασβέστιο από ότι το γάλα!
Όπως κολατσίζαμε βλέπουμε ξαφνικά άλλο ένα φίδι, πολύ κοντά στα πόδια του παππού!
Μου είπε να μην κουνηθώ καθόλου! Το φίδι μπήκε στου παππού τη βράκα (κρητική νησιώτικη βράκα) από το μπατζάκι . Ο παππούς ατάραχος δεν πτοήθηκε καθόλου, αλλά δεν κουνήθηκε καν και από τη θέση του!
Μου είπε ότι αν τα φίδια αν δεν τα πειράζουμε, δεν μας πειράζουν ούτε εκείνα!
Ήμουν περίεργος τι θα κάνει το φίδι, όμως πράγματι, ήταν όπως τα έλεγε, μετά από λίγο το φίδι έφυγε μόνο του!
(Ευχαριστούμε την κα Αμαλια Λεβεντακη, για την βοήθεια στο κείμενο )
*Σημείωση: Οι απόψεις των αρθρογράφων αποτελούν προσωπικές θέσεις και δεν αποτελούν τυχόν θέσεις του newshub.gr
-
29 Μαΐου 2026, 22:12Χανιά: Βαρύ πένθος για τον ξαφνικό χαμό του Μανόλη Βαρουξάκη -
30 Μαΐου 2026, 09:30Πένθος για την Γιάννα Αγγελοπούλου Δασκαλάκη-Έφυγε από τη ζωή η μητέρα της Μαρίκα -
29 Μαΐου 2026, 10:00Γρηγόρης Πασπάτης: Το «Νόημα-Κρήτη» θέλει να ανοίξει τον δημόσιο διάλογο για την Ελλάδα του αύριο! (podcast) -
29 Μαΐου 2026, 12:15Βολές στο κέντρο... της Παρασκευής! -
30 Μαΐου 2026, 08:40Αποκαλύψεις για το άγριο έγκλημα στη Μεσσαρά με θύμα τον πρόεδρο της κοινότητας Απεσωκαρίου-"Κλίμα «τρομοκρατίας" -
30 Μαΐου 2026, 07:15Γιάννης Πρεκατσουνάκης: Η Μάχη του Ηρακλείου 20-29 Μαΐου 1941 (podcast)
