Οι ΗΠΑ χρωστούν 40 τρισ. δολάρια – Γιατί ο λογαριασμός αφορά όλο τον κόσμο
αγαπημένα σου στη Google
Η υπέρβαση του ορίου των 40 τρισ. δολαρίων από το ομοσπονδιακό χρέος των ΗΠΑ δεν προκάλεσε πανικό στις αγορές. Δεν ακολούθησε νέα υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό δεν εκτινάχθηκαν και το κόστος ασφάλισης έναντι μιας αμερικανικής χρεοκοπίας δεν ξέφυγε.
Με άλλα λόγια, οι επενδυτές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τα κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ ως μια επένδυση που βρίσκεται πολύ κοντά στο «χωρίς κίνδυνο». Για να συνεχίσουν, όμως, να δανείζουν την Ουάσιγκτον, ζητούν πλέον υψηλότερες αποδόσεις.
Και αυτή είναι η λεπτομέρεια που αλλάζει την εικόνα.
Όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του το Reuters, το αμερικανικό χρέος βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο με ένα πολύ διαφορετικό διεθνές περιβάλλον: υψηλότερα επιτόκια, σκληρότερο ανταγωνισμό για τις διαθέσιμες αποταμιεύσεις, γεωπολιτικές εντάσεις και δημογραφικές πιέσεις.
Μια κρίση μπορεί να μην βρίσκεται προ των πυλών. Ωστόσο, το ενδεχόμενο ενός σημείου καμπής στο μέλλον γίνεται πιο απτό. Ενδεικτική είναι και η ετοιμότητα που έχει αρχίσει να εμφανίζει ο υπουργός Οικονομικών Scott Bessent απέναντι στην ιδέα μιας ενεργότερης παρέμβασης για τον περιορισμό των αποδόσεων των μακροπρόθεσμων ομολόγων.
Για δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η αμερικανική οικονομία αναπτυσσόταν γενικά με ταχύτερο ρυθμό από το ομοσπονδιακό χρέος. Αυτό επέτρεπε στην κυβέρνηση να δανείζεται χωρίς η αναλογία του χρέους προς το ΑΕΠ να ξεφεύγει.
Η ισορροπία άρχισε να αλλάζει με τις δαπάνες για την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007-2009 και επιβαρύνθηκε ακόμη περισσότερο από τα τεράστια δημοσιονομικά πακέτα της πανδημίας. Στην αύξηση του χρέους συνέβαλαν επίσης οι εκτεταμένες φορολογικές μειώσεις που προώθησε ο Donald Trump κατά την πρώτη και τη δεύτερη προεδρική θητεία του.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ο δανεισμός αυξάνεται πλέον ταχύτερα από την οικονομική δραστηριότητα, καθιστώντας δυσκολότερη τη σταθεροποίηση του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ.
Ελλείμματα ύφεσης χωρίς ύφεση
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν βρίσκεται απαραίτητα στο ορόσημο των 40 τρισ. δολαρίων, αλλά στο ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα. Τα ελλείμματα συνήθως διευρύνονται σε περιόδους ύφεσης, όταν αυξάνονται οι δαπάνες για επιδόματα ανεργίας και άλλα μέτρα στήριξης, ενώ υποχωρούν τα φορολογικά έσοδα. Στην πανδημία, οι πρωτοφανείς ενισχύσεις προς τα αμερικανικά νοικοκυριά βοήθησαν την οικονομία να ανακάμψει πολύ ταχύτερα από ό,τι αρχικά αναμενόταν.
Σήμερα, όμως, οι ΗΠΑ διατηρούν ελλείμματα που θυμίζουν περίοδο ύφεσης, παρότι η οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται. Το ετήσιο έλλειμμα πλησιάζει το 6% του ΑΕΠ, όταν ένα επίπεδο κοντά στο 3% θεωρείται γενικά περισσότερο διαχειρίσιμο.
Πέρα από τις φορολογικές μειώσεις, η επιβάρυνση συνδέεται με τις αυξανόμενες δαπάνες για έναν πληθυσμό που γερνά. Πρόσθετη πίεση ασκεί, σύμφωνα με το Reuters, και η πρόσφατη ανατροπή δασμών, η οποία υποχρεώνει την αμερικανική κυβέρνηση να επιστρέψει ποσά σε εισαγωγείς.
Το πρόβλημα είναι ότι, εάν τα ελλείμματα παραμένουν τόσο υψηλά σε περίοδο ανάπτυξης, η κυβέρνηση θα διαθέτει λιγότερο δημοσιονομικό χώρο όταν έρθει η επόμενη ύφεση ή μια νέα κρίση.
Σε ποιον οφείλονται τα 40 τρισ. δολάρια
Από το συνολικό ομοσπονδιακό χρέος, περίπου 8 τρισ. δολάρια αφορούν χρήματα που η αμερικανική κυβέρνηση οφείλει ουσιαστικά στον εαυτό της. Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για κεφάλαια που έχουν αντληθεί από καταπιστευματικά ταμεία, όπως εκείνο της Κοινωνικής Ασφάλισης.
Τα υπόλοιπα 32 τρισ. δολάρια αποτελούν χρέος προς το επενδυτικό κοινό: ιδιώτες, επενδυτικά κεφάλαια, ξένες κυβερνήσεις και την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ. Το συγκεκριμένο ποσό αντιστοιχεί πλέον περίπου στο 100% του αμερικανικού ΑΕΠ.
Άλλες χώρες, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Ιαπωνία, έχουν λειτουργήσει με πολύ υψηλότερους δείκτες χρέους. Οι ΗΠΑ διαθέτουν, άλλωστε, το μεγάλο πλεονέκτημα ότι εκδίδουν το κυριότερο αποθεματικό νόμισμα του κόσμου.
Αυτό το «υπερβολικό προνόμιο» διευκολύνει τη χρηματοδότηση του χρέους, όσο η χώρα θεωρείται πολιτικά σταθερή, θεσμικά προβλέψιμη και προσηλωμένη στο κράτος δικαίου. Κανείς, ωστόσο, δεν γνωρίζει με βεβαιότητα σε ποιο ύψος βρίσκεται το όριο πέρα από το οποίο οι αγορές θα αρχίσουν να αμφισβητούν τη βιωσιμότητα του χρέους.
Οι τόκοι
Για χρόνια, βασικός κανόνας για τη βιωσιμότητα ενός δημόσιου χρέους ήταν ότι το κράτος μπορούσε να δανείζεται με επιτόκιο χαμηλότερο από τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας. Σε αυτή την περίπτωση, το χρέος μπορούσε να αναχρηματοδοτείται χωρίς να αυξάνεται ανεξέλεγκτα σε σχέση με το ΑΕΠ.
Η σχέση αυτή δεν λειτουργεί πλέον τόσο ευνοϊκά για τις ΗΠΑ. Τα επιτόκια φαίνεται ότι θα παραμείνουν διαρθρωτικά υψηλότερα, ενώ το κόστος δανεισμού δεν βρίσκεται με ασφάλεια κάτω από τον ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης.
Η αλλαγή αποτυπώνεται στις δαπάνες για τόκους. Το ποσοστό του ΑΕΠ που απαιτείται για την εξυπηρέτηση του ομοσπονδιακού χρέους έχει διπλασιαστεί και βρίσκεται πλέον κοντά στο 3%.
Είναι η αντίστοιχη εικόνα ενός νοικοκυριού που βλέπει ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του να κατευθύνεται στη δόση του στεγαστικού δανείου: μπορεί να συνεχίζει να πληρώνει, αλλά του απομένουν λιγότερα χρήματα για οτιδήποτε άλλο.
Το στοίχημα της ανάπτυξης και ο διπλός ρόλος της AI
Η κυβέρνηση Trump υποστηρίζει ότι η λύση θα έρθει από την ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη. Πρόκειται, όμως, για ένα στοίχημα χωρίς εγγυημένη έκβαση.
Οι εκτιμήσεις για τον ρυθμό με τον οποίο μπορεί να αναπτύσσεται η αμερικανική οικονομία χωρίς να προκαλείται νέος πληθωρισμός κινούνται γύρω ή λίγο κάτω από το 2%. Αυτό δύσκολα αρκεί για να ανακόψει την αύξηση του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, ακόμη και εάν το ετήσιο έλλειμμα περιοριστεί στο 3%.
Η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να ενισχύσει την παραγωγικότητα και να ανεβάσει τις αναπτυξιακές δυνατότητες της οικονομίας. Παραμένει, όμως, άγνωστο πότε και σε ποιον βαθμό θα συμβεί αυτό. Υπάρχει επίσης αβεβαιότητα για τις φορολογικές συνέπειες μιας τεχνολογίας που μπορεί να αυξήσει τα εταιρικά κέρδη, αλλά ταυτόχρονα να περιορίσει την απασχόληση και, κατά συνέπεια, τα έσοδα από τη φορολογία εισοδήματος.
Παράλληλα, οι τεράστιες επενδύσεις των τεχνολογικών ομίλων σε data centers και υποδομές AI αυξάνουν τη ζήτηση για χρηματοδότηση. Οι λεγόμενοι hyperscalers ανταγωνίζονται πλέον το αμερικανικό Δημόσιο για το ίδιο απόθεμα διεθνών κεφαλαίων, συμβάλλοντας στη διατήρηση των επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα.
Οι αγορές, επομένως, δεν προεξοφλούν μια αμερικανική χρεοκοπία. Προειδοποιούν, όμως, ότι η χρηματοδότηση του μεγαλύτερου κρατικού χρέους στον κόσμο δεν είναι πια τόσο φθηνή ούτε τόσο αυτονόητη όσο ήταν. Και όσο τα ελλείμματα επιμένουν, το πραγματικό κόστος των 40 τρισ. δολαρίων θα φαίνεται όλο και περισσότερο στους τόκους.
MoneyReview.gr
-
24 Αυγουστου 2026, 22:46Ηράκλειο: Αυτοκίνητο έπεσε στον Γιόφυρο πριν το Παγκρήτιο Στάδιο - Κινητοποίηση των Αρχών (Βίντεο) -
24 Αυγουστου 2026, 11:25Σητεία: Ο καβγάς σε πανηγύρι οδήγησε στη σύλληψη δυο ανήλικων καθώς χτύπησαν 17χρονο -
24 Αυγουστου 2026, 10:55Π. Γερουλάνος: «Μνημειώδης αποτυχία» το Ταμείο Ανάκαμψης-Τα 100 έργα και δράσεις που «κόπηκαν» ή έμειναν πίσω -
24 Αυγουστου 2026, 11:50Το ΠΑΣΟΚ ετοιμάζει ψηφοδέλτια: Τα ονόματα, οι «μεταγραφές» και οι εκπλήξεις Ανδρουλάκη-Οι υποψήφιοι στην Κρήτη -
24 Αυγουστου 2026, 17:03Κρήτη: Περισσότεροι από 30 ταλαιπωρημένοι γύπες έχουν διασωθεί και μεταφερθεί στην ΑΝΙΜΑ τις τελευταίες δυο βδομάδες- φωτο -
24 Αυγουστου 2026, 07:00«Στην Εντατική» η Δημόσια Υγεία της Κρήτης με 9.000 ασθενείς να βρίσκονται στις λίστες αναμονής για χειρουργείο
