Σφοδρές αντιδράσεις ΣΕΤΕ και ΠΟΞ για την ανακοίνωση αύξησης του τέλους παρεπιδημούντων από τον Πρωθυπουργό
αγαπημένα σου στη Google
Αντιδράσεις προκαλεί η νέα φορολογική επιβάρυνση για την ελληνική ξενοδοχία που εξήγγειλε η κυβέρνηση, ως πηγή πρόσθετων εσόδων για τη χρηματοδότηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Με την ανακοίνωση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, στο συνέδριο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ), ανοίγει ο δρόμος για την αύξηση του τέλους διαμονής παρεπιδημούντων στο 1%, από 0,75% σήμερα και 0,5% μόλις πριν από δύο χρόνια.
Πρόκειται για έναν δυνητικό διπλασιασμό της επιβάρυνσης μέσα σε μία διετία, σε μια περίοδο κατά την οποία τα ελληνικά ξενοδοχεία αντιμετωπίζουν τεράστιες πιέσεις από το ενεργειακό κόστος, τις ανατιμήσεις, το αυξημένο κόστος εργασίας και τον ολοένα εντονότερο διεθνή ανταγωνισμό.
Η εξαγγελία προκάλεσε την άμεση αντίδραση των δύο κορυφαίων θεσμικών φορέων του ελληνικού Τουρισμού, του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων (ΠΟΞ), οι οποίοι διαφωνούν με τη νέα αύξηση, θέτοντας ευθέως ζήτημα φορολογικής ανταγωνιστικότητας, ανταποδοτικότητας των τελών και ίσης μεταχείρισης των διαφορετικών μορφών τουριστικής διαμονής.
Η νέα επιβάρυνση στο τέλος παρεπιδημούντων εξαγγέλλεται την ίδια στιγμή που οι μεγάλες διεθνείς τουριστικές αγορές και οι κορυφαίοι tour operators εκπέμπουν σαφή μηνύματα για την αυξανόμενη ακρίβεια των διακοπών στην Ελλάδα, το υψηλό κόστος των αεροπορικών μεταφορών και την ανάγκη συγκράτησης των τιμών.
Οι διεθνείς tour operators πιέζουν για ανταγωνιστικότερα τουριστικά πακέτα, οι αεροπορικές εταιρείες αντιμετωπίζουν εκρηκτική αύξηση του κόστους καυσίμων και οι Έλληνες ξενοδόχοι προσπαθούν να διατηρήσουν τις τιμές τους σε επίπεδα που θα εξασφαλίσουν τη ζήτηση της επόμενης χρονιάς.
Από το 0,5% στο 1% το τέλος – Η ιστορία μιας επιβάρυνσης που συνεχώς μεγαλώνει
Η ιστορία για το το τέλος παρεπιδημούντων είναι αποκαλυπτική για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται φορολογικά ο τουριστικός κλάδος.
Το τέλος θεσπίστηκε το 1973, προκειμένου να χρηματοδοτούνται ανάγκες καθαριότητας, φωτισμού και έργων που συνδέονται με την τουριστική δραστηριότητα στους δήμους.
Το 2009, με τον νόμο 3756, ο συντελεστής μειώθηκε στο 0,5%. Το καθεστώς αυτό διατηρήθηκε μέχρι το 2024, όταν, με το άρθρο 30 του νόμου 5143/2024, δόθηκε στους δήμους η δυνατότητα να αυξήσουν τον συντελεστή στο 0,75%.
Δηλαδή, μια αύξηση 50%, η οποία προκάλεσε ήδη από τότε έντονες αντιδράσεις των εκπροσώπων της ξενοδοχειακής αγοράς.
Δύο χρόνια αργότερα, η κυβέρνηση επανέρχεται με νέα εξαγγελία αύξησης στο τέλος παρεπιδημούντων στο 1%. Πρόκειται για πρόσθετη αύξηση 33,3% σε σχέση με το 0,75% και συνολική αύξηση 100% έναντι του 0,5%. Βεβαίως, πρέπει να διευκρινιστεί ότι πρόκειται για αύξηση του ανώτατου συντελεστή που μπορούν να επιλέξουν οι δήμοι και όχι για αυτόματη, υποχρεωτική εφαρμογή του 1% σε ολόκληρη τη χώρα.
Ωστόσο, η εμπειρία από την προηγούμενη αύξηση δείχνει ότι η δυνατότητα αυτή κάθε άλλο παρά θεωρητική παραμένει. Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει η ΠΟΞ, από έρευνα σε 40 δήμους προέκυψε ότι οι 24 είχαν ήδη αξιοποιήσει τη δυνατότητα αύξησης του τέλους στο 0,75%.
Με άλλα λόγια, έξι στους δέκα δήμους του συγκεκριμένου δείγματος είχαν προχωρήσει στην αύξηση.
Επομένως, το επιχείρημα ότι πρόκειται απλώς για μια προαιρετική δυνατότητα δεν αρκεί για να καθησυχάσει την ξενοδοχειακή αγορά.
Ο πρωθυπουργός μίλησε για μείωση φόρων και ανακοίνωσε νέο τέλος
Η αντίφαση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν εξετάσει κανείς το περιεχόμενο της ομιλίας του Κυριάκου Μητσοτάκη στο συνέδριο της ΚΕΔΕ. Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στις δυσκολίες που προκαλεί η διεθνής οικονομική και ενεργειακή κρίση, στον πληθωρισμό και στην ανάγκη στήριξης της οικονομίας. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να μειώνει φόρους, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Και αμέσως εξήγγειλε αύξηση στο τέλος παρεπιδημούντων.
Λίγο αργότερα, όμως, ανακοίνωσε μεταξύ των μέτρων χρηματοδότησης των δήμων: «Αυξάνουμε το τέλος παρεπιδημούντων από το 0,75% στο 1%, ως πόρου της Αυτοδιοίκησης, γι’ αυτούς οι οποίοι θα επιλέξουν να το κάνουν».
Η συγκεκριμένη εξαγγελία έρχεται την ώρα που ο ίδιος ο πρωθυπουργός αναγνωρίζει ότι η χώρα δοκιμάζεται από την ενεργειακή κρίση και τις διεθνείς πληθωριστικές πιέσεις.
Το ερώτημα, συνεπώς, είναι απλό: Πώς μπορεί να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού Τουρισμού όταν, μέσα σε ένα τόσο δύσκολο οικονομικό περιβάλλον, αποφασίζεται νέα αύξηση των επιβαρύνσεων που συνδέονται με τη διαμονή;
Και ακόμη περισσότερο, γιατί η χρηματοδότηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρέπει να στηρίζεται διαρκώς σε πρόσθετα έσοδα από έναν συγκεκριμένο παραγωγικό κλάδο;
ΣΕΤΕ: Δεν δικαιολογείται άλλη επιβάρυνση
Με ανακοίνωσή του στις 6 Νοεμβρίου 2026, ο ΣΕΤΕ εκφράζει την αντίθεσή του στην εξαγγελθείσα αύξηση στο τέλος, επισημαίνοντας ότι η πρόσθετη επιβάρυνση της τουριστικής δραστηριότητας δεν δικαιολογείται.
Ο Σύνδεσμος αναγνωρίζει τον καθοριστικό ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην ανάπτυξη των προορισμών, τονίζει όμως ότι η χρηματοδότησή της δεν μπορεί να βασίζεται στη συνεχή αύξηση των βαρών που επωμίζονται τα τουριστικά καταλύματα.
Παράλληλα, θέτει ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα: την αποτελεσματική αξιοποίηση των ήδη διαθέσιμων πόρων.
Διότι πριν ανακοινωθούν νέες επιβαρύνσεις, θα έπρεπε να είναι απολύτως σαφές πού κατευθύνονται τα εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ που εισπράττονται κάθε χρόνο από την τουριστική δραστηριότητα.
Ο ΣΕΤΕ ζητά μεγαλύτερη ανταποδοτικότητα, εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης των δήμων και ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των μορφών τουριστικής διαμονής.
ΠΟΞ προς Μητσοτάκη: Να μην προχωρήσει η αύξηση στο τέλος παρεπιδημούντων
Ακόμη πιο αναλυτική είναι η παρέμβαση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων, με επιστολή προς τον πρωθυπουργό, την οποία υπογράφουν ο πρόεδρος Γιάννης Χατζής και ο γενικός γραμματέας Αντώνης Παγώνης. Η Ομοσπονδία εκφράζει την έκπληξή της για την εξαγγελία, επισημαίνοντας ότι μια ακόμη επιβάρυνση φαίνεται να δρομολογείται χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστικός διάλογος με τους θεσμικούς εκπροσώπους του ξενοδοχειακού κλάδου.
Η ΠΟΞ υπενθυμίζει ότι το τέλος παρεπιδημούντων είχε αρχικά συγκεκριμένο ανταποδοτικό χαρακτήρα, ο οποίος σταδιακά αλλοιώθηκε.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο ζήτημα.
Με τη νομοθετική αλλαγή του 2024, τα έσοδα από το τέλος μπορούν πλέον να χρησιμοποιούνται για την πληρωμή οποιασδήποτε δημοτικής δαπάνης, χωρίς να απαιτείται η αποκλειστική διάθεσή τους σε έργα και υπηρεσίες που συνδέονται με την τουριστική δραστηριότητα.
Έτσι, ένα τέλος που δημιουργήθηκε για να καλύπτει τις πρόσθετες ανάγκες των τουριστικών προορισμών έχει μετατραπεί σε γενικό πόρο χρηματοδότησης των δήμων.
Η ΠΟΞ ζητά να μην προχωρήσει η αύξηση στο 1%, να επανέλθει ο ουσιαστικά ανταποδοτικός χαρακτήρας του τέλους και να εξασφαλιστεί η πραγματική είσπραξή του από τη βραχυχρόνια μίσθωση.
Από 148 εκατ. σε 588 εκατ. ευρώ σε δύο χρόνια – Και ο λογαριασμός συνεχίζει να μεγαλώνει
Τα οικονομικά στοιχεία που παραθέτουν οι δύο φορείς είναι αποκαλυπτικά για τη συνολική επιβάρυνση της τουριστικής διαμονής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, τα έσοδα από τον φόρο διαμονής και, στη συνέχεια, από το τέλος ανθεκτικότητας για την κλιματική κρίση διαμορφώθηκαν ως εξής:
| Έτος | Εισπράξεις |
| 2018 | 124,65 εκατ. € |
| 2019 | 133,57 εκατ. € |
| 2023 | 147,82 εκατ. € |
| 2024 | 368,92 εκατ. € |
| 2025 | 588,47 εκατ. € |
| 2026 | Εκτίμηση άνω των 770 εκατ. € |
Μέσα σε μόλις δύο χρόνια, από το 2023 έως το 2025, οι εισπράξεις αυξήθηκαν κατά περίπου 298%. Την ίδια περίοδο, οι συνολικές ταξιδιωτικές εισπράξεις της χώρας αυξήθηκαν κατά 14,7%, από 20,6 σε 23,6 δισ. ευρώ.
Δηλαδή, η αύξηση των εσόδων του Δημοσίου από τη συγκεκριμένη επιβάρυνση ήταν αναλογικά περίπου είκοσι φορές μεγαλύτερη από τον ρυθμό αύξησης των ταξιδιωτικών εισπράξεων.
Και η τάση συνεχίζεται.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η ΠΟΞ, οι εισπράξεις από το τέλος ανθεκτικότητας αυξήθηκαν κατά 31% στο πρώτο πεντάμηνο του 2026. Με βάση αυτόν τον ρυθμό, εκτιμάται ότι στο σύνολο του έτους θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 771 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για πρόβλεψη και όχι για οριστικοποιημένο ετήσιο αποτέλεσμα.
Το ουσιαστικό συμπέρασμα, ωστόσο, είναι σαφές: οι επιβαρύνσεις που συνδέονται με τη διαμονή έχουν αυξηθεί θεαματικά, χωρίς αντίστοιχη βελτίωση των εσόδων ανά επισκέπτη ή της κερδοφορίας των επιχειρήσεων.
Η βραχυχρόνια μίσθωση και η άνιση κατανομή των βαρών
Ιδιαίτερα σοβαρό είναι και το ζήτημα της κατανομής των σχετικών εσόδων μεταξύ των διαφορετικών μορφών τουριστικής διαμονής. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η ΠΟΞ, τα ξενοδοχεία καταβάλλουν περίπου το 92,6% των συνολικών εισπράξεων από το τέλος ανθεκτικότητας. Αντίθετα, η βραχυχρόνια μίσθωση, παρότι διαθέτει σύμφωνα με την Ομοσπονδία περισσότερες κλίνες από το σύνολο των ξενοδοχείων, καταβάλλει ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 8% εκείνου που καταβάλλουν οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις.
Οι διαφορές αυτές συνδέονται με τον τρόπο υπολογισμού των επιβαρύνσεων και τις διαφορετικές κατηγορίες καταλυμάτων. Αναδεικνύουν, ωστόσο, ένα ζήτημα που απαιτεί σοβαρή αντιμετώπιση.
Δεν μπορεί η συζήτηση για τη φορολογική δικαιοσύνη και την ανταγωνιστικότητα να εξαντλείται στη συνεχή αναζήτηση πρόσθετων εσόδων από τις οργανωμένες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις.
Η βραχυχρόνια μίσθωση αποτελεί πλέον σημαντικό μέρος της τουριστικής αγοράς και οφείλει να συμμετέχει με σαφείς, ελέγξιμους και δίκαιους όρους στις σχετικές υποχρεώσεις.
Ελλάδα – Κύπρος: Η φορολογική διαφορά που πληρώνει η ανταγωνιστικότητα
Η πρόσφατη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ για τη φορολογική ανταγωνιστικότητα των ελληνικών ξενοδοχείων προσθέτει ακόμη μία ιδιαίτερα ανησυχητική διάσταση.
Σε συγκρίσιμο ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων, με τιμή δωματίου 150 ευρώ, η συνολική επιβάρυνση από φόρους και μη μισθολογικό κόστος φτάνει στην Ελλάδα τα 44,7 ευρώ, δηλαδή το 29,8% της τιμής. Στην Κύπρο, το αντίστοιχο ποσό είναι 24,1 ευρώ, δηλαδή 16,1%. Η διαφορά είναι τεράστια.
Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, οι διαφορετικές αυτές επιβαρύνσεις μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικά χαμηλότερη λειτουργική κερδοφορία για το ελληνικό ξενοδοχείο, σε σύγκριση με το αντίστοιχο κυπριακό.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η ελληνική ξενοδοχειακή επιχείρηση ξεκινά τον ανταγωνισμό με ένα σημαντικό φορολογικό μειονέκτημα.
Και βεβαίως δεν ανταγωνίζεται μόνο την Κύπρο, αλλά ολόκληρη τη Μεσόγειο.
Πώς, λοιπόν, μπορεί να ζητά κανείς από τους Έλληνες ξενοδόχους να συγκρατήσουν τις τιμές τους, όταν η ίδια η Πολιτεία αυξάνει συνεχώς το κόστος του τουριστικού προϊόντος;
Πού πηγαίνουν τα χρήματα;
Το ερώτημα αυτό βρίσκεται στον πυρήνα της αντίδρασης των ξενοδόχων. Οι δήμοι έχουν αναμφίβολα μεγάλες ανάγκες. Οι τουριστικοί προορισμοί χρειάζονται καθαριότητα, φωτισμό, σύγχρονες υποδομές, επαρκή ύδρευση, αποχέτευση, διαχείριση απορριμμάτων, καλύτερους δρόμους και υπηρεσίες που να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της αυξημένης τουριστικής κίνησης.
Η συμβολή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στη λειτουργία και στην ανταγωνιστικότητα των προορισμών είναι καθοριστική.
Κανείς δεν αμφισβητεί την ανάγκη επαρκούς χρηματοδότησής της.
Άλλο, όμως, η χρηματοδότηση των δήμων και άλλο η διαρκής μεταφορά του κόστους λειτουργίας τους στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις.
Και κυρίως, άλλο η είσπραξη ενός τέλους από την τουριστική δραστηριότητα και άλλο η απόδοση συγκεκριμένου, μετρήσιμου οφέλους στους προορισμούς που παράγουν αυτά τα έσοδα. Η ΠΟΞ θέτει ευθέως ζήτημα διαφάνειας για τη χρήση των πόρων και ζητά να συνδέονται αποκλειστικά με έργα και υπηρεσίες που αναβαθμίζουν το τουριστικό προϊόν. Πρόκειται για ένα αίτημα που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί. Διότι ο ξενοδόχος που καταβάλλει συνεχώς περισσότερα τέλη δικαιούται να γνωρίζει ποιοι δρόμοι συντηρήθηκαν, ποιες υποδομές αναβαθμίστηκαν και ποιες συγκεκριμένες υπηρεσίες βελτιώθηκαν χάρη στα χρήματα αυτά. Και ο επισκέπτης που επιβαρύνεται με πρόσθετα ποσά δικαιούται επίσης να βλέπει αντίστοιχη βελτίωση στην ποιότητα του προορισμού.
Ποιος θα πληρώσει τελικά το νέο τέλος;
Υπάρχει, βεβαίως, μια ακόμη κρίσιμη παράμετρος. Με βάση το ισχύον καθεστώς, το τέλος παρεπιδημούντων βαρύνει τυπικά τον διαμένοντα πελάτη, εισπράττεται από το κατάλυμα και αποδίδεται στον δήμο. Ωστόσο, η πραγματική οικονομική επιβάρυνση δεν είναι πάντοτε τόσο απλή. Στην οργανωμένη τουριστική αγορά, όπου σημαντικό μέρος των διανυκτερεύσεων πωλείται μέσω προσυμφωνημένων συμβολαίων με tour operators, η δυνατότητα μετακύλισης πρόσθετων χρεώσεων εξαρτάται από τους εμπορικούς όρους και τη διαπραγματευτική ισχύ κάθε επιχείρησης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το πρόσθετο κόστος μπορεί να επιβαρύνει τον πελάτη. Σε άλλες, μπορεί να περιορίσει το καθαρό έσοδο ή την ανταγωνιστικότητα του ξενοδοχείου. Και σε κάθε περίπτωση, αυξάνει το συνολικό κόστος του τουριστικού προϊόντος. Επομένως, ο ισχυρισμός ότι πρόκειται για ένα μικρό ποσοστό δεν αποτυπώνει τη συνολική πραγματικότητα.
Για μια ξενοδοχειακή επιχείρηση με εκατομμύρια ευρώ κύκλο εργασιών, κάθε πρόσθετη επιβάρυνση έχει ουσιαστικό οικονομικό αποτύπωμα.
Ακόμη περισσότερο όταν δεν υπολογίζεται επί των κερδών, αλλά επί της αξίας της διαμονής, ανεξαρτήτως της τελικής κερδοφορίας.
Η κυβέρνηση οφείλει να επανεξετάσει την εξαγγελία για το τέλος παρεπιδημούντων
Η ελληνική ξενοδοχία δεν ζητά προνομιακή μεταχείριση. Ζητά σταθερό φορολογικό περιβάλλον, ίσους κανόνες ανταγωνισμού και ουσιαστική ανταποδοτικότητα των επιβαρύνσεων που συνδέονται με τη λειτουργία της. Ζητά, επίσης, να μην αντιμετωπίζεται κάθε νέα χρηματοδοτική ανάγκη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ως ευκαιρία για την επιβολή πρόσθετων βαρών στις τουριστικές επιχειρήσεις.
Και αυτά τα αιτήματα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία οι διεθνείς αγορές προειδοποιούν για περιορισμό της αγοραστικής δυνατότητας των ταξιδιωτών, αύξηση του κόστους των μεταφορών και μεγαλύτερη ευαισθησία των καταναλωτών στις τιμές.
Το 2026 ολοκληρώνεται με θετικό απολογισμό για τον ελληνικό Τουρισμό, παρά τις μεγάλες δυσκολίες.
Όμως η καλή πορεία των αφίξεων και των εισπράξεων δεν αποτελεί λευκή επιταγή για νέες φορολογικές επιβαρύνσεις.
Οι καλές επιδόσεις ενός κλάδου δεν σημαίνουν ότι μπορεί να λειτουργεί ως ανεξάντλητη πηγή πρόσθετων δημοσίων εσόδων
Η κυβέρνηση οφείλει να ακούσει τις αντιδράσεις του ΣΕΤΕ και της ΠΟΞ, να παρουσιάσει συγκεκριμένα στοιχεία για την ανταποδοτικότητα των ήδη εισπραττόμενων πόρων και να επανεξετάσει την εξαγγελθείσα αύξηση.
Διότι το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι να εισπραχθούν ακόμη περισσότερα χρήματα από τα ξενοδοχεία.
Είναι να παραμείνει ανταγωνιστικός ο ελληνικός Τουρισμός, να συνεχίσουν να επενδύουν οι επιχειρήσεις και να αναβαθμιστούν οι προορισμοί.
Και, επιτέλους, πρέπει να απαντηθεί ένα απλό ερώτημα: Πόσες ακόμη φορές θα κληθεί η ελληνική ξενοδοχία να πληρώσει για ανάγκες που δεν δημιούργησε αποκλειστικά η ίδια;
Γιατί ο διπλασιασμός ενός τέλους μέσα σε δύο χρόνια δεν είναι μια ασήμαντη διοικητική προσαρμογή.
Είναι μια σοβαρή αύξηση επιβάρυνσης, την ώρα που το ελληνικό τουριστικό προϊόν χρειάζεται μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα και όχι περισσότερα χαράτσια.
Η επιστολή της ΠΟΞ για το τέλος παρεπιδημούντων
Με έκπληξη πληροφορηθήκαμε από σχετικά δημοσιεύματα ότι, στο πλαίσιο των μέτρων στήριξης των δήμων που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο της ΚΕΔΕ, περιλαμβάνεται η (νέα) αύξηση του τέλους διαμονής παρεπιδημούντων από 0,75% σε 1%. Ο ξενοδοχειακός κλάδος διαπιστώνει με προβληματισμό ότι μια ακόμα επιβάρυνση, την οποία πρόκειται να καλύψει ως επί το πλείστον ο ίδιος, φαίνεται να δρομολογείται χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστικός διάλογος με τους θεσμικούς εκπροσώπους του.
Το τέλος διαμονής παρεπιδημούντων νομοθετήθηκε το έτος 1973 για να καλύψει δαπάνες καθαριότητος και φωτισμού ή ανάγκη εκτελέσεως έργων που τυχόν προκαλούνταν σε δήμους εξαιτίας της τουριστικής κίνησης. Μάλιστα ο κανόνας ήταν πως η επιβολή του ανωτέρω τέλους ήταν δυνητική και απαιτούσε σχετική απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου που να τεκμηριώνει τις ανάγκη επιβολής του.
Με το άρθρο 23 του Ν. 3756/2009 το ανωτέρω τέλος μειώθηκε σε 0,5%. Σύμφωνα με σχετική δήλωση του τότε Πρωθυπουργού, για να αναπληρωθούν τα όποια χαμένα έσοδα της
Αυτοδιοίκησης από την ανωτέρω μείωση, αυξήθηκαν τα τέλη των πόρων που προέρχονται από τα τέλη κυκλοφορίας των οχημάτων. Η επιλογή αυτή αντανακλούσε την παραδοχή ότι η χρηματοδότηση των δήμων αποτελεί ζήτημα γενικότερου δημοσίου ενδιαφέροντος και δεν μπορεί να επιβαρύνει δυσανάλογα έναν και μόνο παραγωγικό κλάδο.
Από το 2024, ωστόσο, ακολουθήθηκε διαφορετική κατεύθυνση ως προς τον ρόλο και τη λειτουργία του συγκεκριμένου τέλους. Με επιστολή μας προς τον Υπουργό Εσωτερικών, επί του τότε σχεδίου νόμου, είχαμε επισημάνει ότι η προωθούμενη ρύθμιση αποσύνδεε πλήρως το τέλος από τον αρχικό του σκοπό και είχαμε ταχθεί κατά οποιασδήποτε αύξησής του. Παρά ταύτα, με το άρθρο 30 του ν. 5143/2024 δόθηκε στους δήμους η δυνατότητα να αυξήσουν τον συντελεστή από 0,5% σε 0,75%, δηλαδή κατά 50%, ενώ τα έσοδα μπορούν πλέον να διατίθενται για την πληρωμή οποιασδήποτε δαπάνης, ρύθμιση που διατηρήθηκε και στον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Η δυνατότητα αυτή αξιοποιήθηκε άμεσα: Ενδεικτικά αναφέρουμε πως σύμφωνα με έρευνα σε 40 δήμους, οι 24 είχαν αυξήσει το τέλος διαμονής παρεπιδημούντων.
Η νέα αύξηση στο 1% σημαίνει πρόσθετη επιβάρυνση κατά 33% σε σχέση με τον σημερινό ανώτατο συντελεστή και διπλασιασμό του τέλους μέσα σε δύο μόλις χρόνια.
Η εμπειρία της προηγούμενης αύξησης δείχνει ότι η «δυνατότητα» των δήμων μετατρέπεται στην πράξη σε κανόνα. Και η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι ουδείς γνωρίζει πού κατευθύνονται τα χρήματα αυτά και ποια έργα υπέρ των προορισμών χρηματοδοτήθηκαν.
Η προτεινόμενη αύξηση έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά επιβαρύνσεων που έχουν ήδη αυξήσει σημαντικά το συνολικό φορολογικό βάρος των τουριστικών καταλυμάτων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, οι εισπράξεις από τον Φόρο Διαμονής και, από το 2024, από το Τέλος Ανθεκτικότητας εξελίχθηκαν ως εξής:
Έτος Είσπραξη (εκατ. €) Μεταβολή έναντι προηγούμενου έτους
2018 124,65 –
2019 133,57 +7,2%
2022 136,77 –
2023 147,82 +8,1%
2024 368,92 +149,6%
2025 588,47 +59,5%
Tο έτος 2025 το Ελληνικό Δημόσιο εισέπραξε από τα τουριστικά καταλύματα σχεδόν τετραπλάσιο ποσό σε σχέση με το 2023 (+298%) και σχεδόν πενταπλάσιο σε σχέση με το 2018. Την ίδια διετία 2023–2025 οι ταξιδιωτικές εισπράξεις της χώρας αυξήθηκαν κατά 14,7% (από 20,6 σε 23,6 δισ. €). Η επιβάρυνση δηλαδή αυξήθηκε είκοσι φορές ταχύτερα από τα έσοδα του τουρισμού.
Η τάση αυτή συνεχίζεται: οι εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 38% τον Ιανουάριο, 51% τον Φεβρουάριο, 48% τον Μάρτιο, 58% τον Απρίλιο και 13% τον Μάιο, σε σχέση με τους αντίστοιχους μήνες του 2025, δηλαδή κατά 31% συνολικά στο πεντάμηνο. Με τον ρυθμό αυτό, τα έσοδα του 2026 αναμένεται να ξεπεράσουν τα 771 εκατ. €. Από το ποσό αυτό, τα ξενοδοχεία καταβάλλουν περίπου το 92,6%, ενώ η βραχυχρόνια μίσθωση, με περισσότερες κλίνες από το σύνολο των ξενοδοχείων, μόλις το 8% περίπου του ποσού που καταβάλλουν τα ξενοδοχεία.
Την ίδια στιγμή, η πρόσφατη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ καταγράφει με τον πλέον σαφή τρόπο το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής. Σε συγκρίσιμο ξενοδοχείο 4 αστέρων με τιμή δωματίου 150 €, οι φόροι και το μη μισθολογικό κόστος φτάνουν στην Ελλάδα τα 44,7 € (29,8% της τιμής), έναντι 24,1 € (16,1%) στην Κύπρο. Το αποτέλεσμα είναι λειτουργική κερδοφορία (EBITDA) χαμηλότερη έως και 38,4%, καθαρά έσοδα χαμηλότερα έως και 11,5% και νεκρό σημείο λειτουργίας 124,6 € ανά δωμάτιο, έναντι 108,7 € στην Κύπρο.
Το κέρδος ως ποσοστό των καταβαλλόμενων φόρων και εισφορών ανέρχεται στην Ελλάδα σε 56,9%, το χαμηλότερο μεταξύ των χωρών της μελέτης, έναντι 171,1% στην Κύπρο. Με άλλα λόγια, για κάθε 100 € κέρδους, το ελληνικό ξενοδοχείο καταβάλλει περίπου 176 € σε φόρους και εισφορές, όταν στην Κύπρο καταβάλλει περίπου 58 €. Κάθε νέα επιβάρυνση επί του τζίρου πλήττει ευθέως την ανταγωνιστικότητα του προϊόντος μας έναντι των άμεσων ανταγωνιστών μας και, πρώτα απ’ όλα, τις μικρές και οικογενειακές επιχειρήσεις που
αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα του κλάδου.
Η προοπτική νέας αύξησης του τέλους διαμονής παρεπιδημούντων δύσκολα συμβιβάζεται με τις διαβεβαιώσεις που είχαν δοθεί περί μη περαιτέρω επιβάρυνσης του κλάδου. Την ίδια στιγμή, η προεκλογική δέσμευση για μείωση του ΦΠΑ στη διαμονή εξακολουθεί να μην έχει υλοποιηθεί. Ως εκ τούτου, τα μέλη μας δικαιολογημένα προβληματίζονται, καθώς βλέπουν να προωθούνται νέες επιβαρύνσεις χωρίς να έχουν προχωρήσει αντίστοιχες παρεμβάσεις ελάφρυνσης που θα ενίσχυαν την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών ξενοδοχείων.
Παρά το γεγονός ότι τα ξενοδοχειακά καταλύματα συνεισφέρουν ήδη σημαντικούς πόρους στα δημόσια έσοδα, προκρίνεται εκ νέου η αύξηση μιας επιβάρυνσης που βαρύνει σχεδόν
αποκλειστικά τον ξενοδοχειακό κλάδο. Η εξέλιξη αυτή εντείνει τον προβληματισμό των μελών μς, τα οποία ζητούν μεγαλύτερη διαφάνεια ως προς τη διάθεση των πόρων που καταβάλλουν, καθώς και σαφέστερη σύνδεση των σχετικών εσόδων με έργα, υποδομές και υπηρεσίες που αναβαθμίζουν την ποιότητα, τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα των τουριστικών προορισμών.
Ενόψει των ανωτέρω, ζητούμε:
1. Να μην προχωρήσει η αύξηση του τέλους διαμονής παρεπιδημούντων στο 1%. Η στήριξη της Αυτοδιοίκησης είναι θεμιτός στόχος, δεν μπορεί όμως να χρηματοδοτείται
διαρκώς από έναν μόνο κλάδο.
2. Να διασφαλιστεί ο ανταποδοτικός χαρακτήρας του τέλους. Τα έσοδα πρέπει να διατίθενται αποκλειστικά για έργα και υπηρεσίες που σχετίζονται με την τουριστική κίνηση και την εικόνα των προορισμών και όχι για την κάλυψη οποιασδήποτε δαπάνης των δήμων. Αν, αντιθέτως, ο σκοπός είναι η γενική χρηματοδότηση των δήμων, το τέλος θα πρέπει να αντικατασταθεί από μια επιβάρυνση που θα αφορά το σύνολο των επιχειρήσεων κάθε δήμου, κατά τα πρότυπα της μελέτης του 2009 για φόρο επιτηδεύματος με ελάχιστο συντελεστή επί των καθαρών κερδών όλων των επιτηδευματιών.
3. Να εξασφαλιστεί η πραγματική είσπραξη του τέλους από τη βραχυχρόνια μίσθωση, στην οποία επιβλήθηκε μόλις από 1–1–2024, ώστε τα έσοδα να αντιστοιχούν στον πραγματικό τζίρο της δραστηριότητας, πριν συζητηθεί οποιαδήποτε επιπλέον επιβάρυνση των νόμιμων καταλυμάτων.
Η ανακοίνωση του ΣΕΤΕ
Η ανακοίνωση του ΣΕΤΕ για την εξαγγελθείσα αύξηση του τέλους παρεπιδημούντων έχει ως εξής:
“Με αφορμή τις εξαγγελίες για περαιτέρω αύξηση του τέλους παρεπιδημούντων στο 1%, ο ΣΕΤΕ δηλώνει την αντίθεσή του και επισημαίνει ότι μια νέα επιβάρυνση της τουριστικής δραστηριότητας, σε συνέχεια και πρόσφατης αύξησης έως το 0,75% (Ν. 5143/2024), δεν δικαιολογείται. Ο Σύνδεσμος αναγνωρίζει τον καθοριστικό ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην ανάπτυξη των προορισμών και στη βελτίωση της καθημερινότητας κατοίκων και επισκεπτών, στηρίζοντας σταθερά την οικονομική και θεσμική ενδυνάμωσή της.
Η αναγκαία χρηματοδότηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν μπορεί, ωστόσο, να στηρίζεται στη διαρκή αύξηση των επιβαρύνσεων ενός συγκεκριμένου παραγωγικού τομέα και συγκεκριμένα των καταλυμάτων που διαχρονικά συμβάλουν στην ενίσχυση των δημοσίων εσόδων, μέσω αυξημένων τελών και φορολογικών επιβαρύνσεων.
Χαρακτηριστικά, τα έσοδα από το Τέλος Ανθεκτικότητας για την Κλιματική Κρίση ανήλθαν σε 588 εκατ. ευρώ το 2025, έναντι 134 εκατ. ευρώ το 2019, ενώ, με βάση τα στοιχεία της ΑΑΔΕ έως τον Μάιο του 2026 και τον καταγραφόμενο ρυθμό αύξησης 31%, εκτιμάται ότι οι εισπράξεις θα προσεγγίσουν τα 770 εκατ. ευρώ στο σύνολο του έτους. Η αποτελεσματική αξιοποίηση των ήδη διαθέσιμων πόρων οφείλει να προηγείται οποιασδήποτε εξαγγελίας ή απόφασης για πρόσθετες επιβαρύνσεις. Ο ΣΕΤΕ έχει επανειλημμένα επισημάνει τη σημασία της σύνδεσης των ήδη υπαρχόντων εσόδων με τις πραγματικές ανάγκες των προορισμών.
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ για τη φορολογική ανταγωνιστικότητα των ελληνικών ξενοδοχείων, η Ελλάδα κατατάσσεται μόλις στην 5η θέση μεταξύ 7 ανταγωνιστικών μεσογειακών χωρών, λόγω των υψηλών φορολογικών επιβαρύνσεων και του μη μισθολογικού κόστους. Τα δεδομένα υπογραμμίζουν την ανάγκη διαφύλαξης του ελληνικού τουριστικού προϊόντος και διασφάλισης ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ όλων των μορφών τουριστικής διαμονής. Άλλωστε, το τέλος παρεπιδημούντων επιβάλλεται επί του κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως κερδοφορίας, επιτείνοντας τη σωρευτική επιβάρυνσή τους.
H ανταποδοτικότητα των υφιστάμενων πόρων, η αναζήτηση εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης και η διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού είναι για τον ΣΕΤΕ κεντρικές προτεραιότητες, με κοινό στόχο την ανάπτυξη ισχυρών τοπικών κοινωνιών και ανταγωνιστικών, βιώσιμων τουριστικών προορισμών.
Πηγή Money-tourism.gr
-
05 Νοεμβριου 2026, 18:37Ο Γ. Παπανδρέου στο Ηράκλειο: LIVE η ομιλία του για τις προκλήσεις της Ελλάδας και τις προοπτικές του μέλλοντος -
05 Νοεμβριου 2026, 21:52Γ. Παπανδρέου: «Η Δημοκρατία έχει αιχμαλωτιστεί» – Πυρά στην κυβέρνηση και μήνυμα νίκης για το ΠΑΣΟΚ- Η αναφορά στην Κρήτη -
06 Νοεμβριου 2026, 07:16Γιώργος Αϋφαντής: «Έχουμε αποτύχει στην αποτροπή έναντι της Τουρκίας – Οδεύουμε σε σύγκρουση με απρόβλεπτες συνέπειες για την Ελλάδα»! (podcast) -
06 Νοεμβριου 2026, 13:00Κρήτη: Ξεμείναμε πάλι από πινακίδες κυκλοφορίας για νέα οχήματα-Τι λέει ο αρμόδιος Αντιπεριφερειάρχης στο Newshub.gr -
06 Νοεμβριου 2026, 07:51Κρήτη: Τα Αγκουσελιανά τίμησαν την επέτειο της απελευθέρωσης του Μετσόβου -
06 Νοεμβριου 2026, 11:55Γιώργος Παπανδρέου: «Η Κρήτη μπορεί να γίνει ενεργειακά αυτόνομη»-Οι εντυπώσεις του για την εκδήλωση στο Ηράκλειο
